Category: βιβλία, θέατρα & ταινίες


Χθες είδα στον υπολογιστή μου το ντοκιμαντέρ που εδώ και κάποιον καιρό έψαχνα στο Διαδίκτυο κι ανυπομονούσα να δω. Έχει τίτλο «Kuru: the science and the sorcery” (Κούρου: η επιστήμη και η μαγεία), και πρωτοβγήκε στην αυστραλιανή τηλεόραση το 2010. Αφορά την έρευνα μιας μυστηριώδους ασθένειας που έπληττε ανθρώπους της φυλής Φόρε της Νέας Γουινέας.

Ο Αυστραλός γιατρός κι ερευνητής Michael Alpers, ήδη κάνοντας τις σπουδές του είχε παρουσιάσει μεγάλο ενδιαφέρον γι’αυτήν τη μυστηριώδη ασθένεια, η οποία ήδη ήταν γνωστή από ανθρωπολόγους που επισκέπτονταν την περιοχή των Φόρε. Το 1961 λοιπόν, μετά την αποφοίτησή του, εγκαταστάθηκε στη Νέα Γουινέα, η οποία ήταν τότε αυστραλιανή επαρχία, με την οικογένειά του. Αρχικά έμενε σε έναν αποικιακό σταθμό, σύντομα όμως αποφάσισε να ζήσει σ’ένα χωριό των ιθαγενών, για να τους γνωρίσει από κοντά και να μελετήσει καλύτερα την ασθένεια.

Η νόσος κούρου ήδη όπως είπα ήταν γνωστοί από απεσταλμένους της αυστραλιανής κυβέρνησης και ανθρωπολόγους από τη δεκαετία του ’50. Ήταν μια νευρολογική πάθηση που χαρακτηριζόταν από τρέμουλο, αλλά κι από άλλα συμπτώματα όπως ξεσπάσματα γέλιου, γι’αυτό ονομάστηκε και γελαστός θάνατος. Όπως έλεγε ένας ιθαγενής (συχνά μιλούσαν και κάτοικοι των περιοχών με αγγλικούς υπότιτλους), αρχικά οι ασθενείς δυσκολεύονταν στην ισορροπία, έτρεμαν και είχαν δυσκολία στην ομιλία. Όσο προχωρούσε όμω ςη ασθένεια χρειάζονταν στήριξη για να περπατήσουν, είχαν έντονες συναισθηματικές μεταβολές, αργότερα δε μπορούσαν να σηκωθούν καν, και στο τέλος έχαναν πλήρως την αυτονομία τους και πέθαιναν κατάκοιτοι σε κατάσταση ακινησίας και πλήρους αδυναμίας επικοινωνίας. Το ντοκιμαντέρ είχε πολλά ανατριχιαστικά βίντεο τέτοιων ανθρώπων που έτρεμαν, που τους σήκωναν άλλοι, ή άλλων κατάκοιτων στην τελική φάση που είχαν μείνει σκελετοί από τη δυσκολία πρόσληψης τροφής και μόνο έτρεμαν. Αξιοσημείωτο ήταν επίσης ότι προσέβαλλε πολύ συχνότερα τις γυναίκες και τα παιδιά. Η ασθένεια αρχικά είχε χαρακτηριστεί ως ψυχοσωματικό σύνδρομο προκαλούμενο από τις αλλαγές που περνούσε η κοινωνία των Φόρε, κάτι που μου φάνηκε εντελώς γελοίο αναλογιζόμενος τις ύστερες διαπιστώσεις.

Ο Alpers γνώρισε και συνεργάστηκε μ’έναν ακόμα ερευνητή, τον Αμερικανό Carleton Gajdusek ο οποίος εργαζόταν ήδη εκεί. Πήρε επίσης χρήσιμα στοιχεία από την ανθρωπολόγο Shirley Lindenbaum, η οποία επίσης έκανε τις μελέτες της εκεί. Απ’αυτήν πήρε τα στοιχεία σχετικά με τις πίστεις των ιθαγενών για την ασθένεια. Οι ιθαγενείς πίστευαν ότι το κούρου προκαλούταν από κακή μαγεία, πράξη που ισοδυναμούσε με φόνο. Ο μάγος είχε σκοπό να σκοτώσει το θύμα του, και για να το πετύχει αυτό έπαιρνε διάφορα στοιχεία του θύματος, όπως φαγητό, τρίχες, νύχια κ.ά. κι εκτελούσε διάφορα ξόρκια. Μάλιστα την περίοδο εκείνη οι φόνοι με την κατηγορία της μαγείας και οι εκδικητικές δολοφονίες ανάμεσα στις οικογένειες που προερχόταν απ’αυτούς είχαν αποτελέσει τη δεύτερη μεγαλύτερη αιτία θανάτου μετά το κούρου. Στην ταινία ένας ιθαγενής ισχυριζόταν ότι γνώριζε πώς να κάνει τη μαγεία του κούρου από τον πατέρα του και μπορούσε να κάνει κάποιον να τρέμει και τελικά να πεθάνει.

Ο Γκάιντουσεκ το διάστημα που ερευνούσε εκί προσπαθούσε διακαώς να βρει την αιτία της τρομερής αυτής νόσου. Έψαξε όλες τις πιθανές περιβαλλοντικές αιτίες, δοκίμασε όλες τις τότε γνωστές διαγνωστικές εξετάσεις στους ασθενείς, προσπάθησε να μολύνει ζώα με δείγματα ασθενών και τα παρακολουθούσε για ν’αποδείξει αν μεταδίδεται, χωρίς όμως κάποιο αποτέλεσμα. Ώσπου ξαφνικά ανακάλυψε στους εγκεφάλους των ασθενών μια εκπληκτική ομοιότητα με ακόμα μία γνωστή ασθένεια, την τρομώδη νόσο των αιγοπροβάτων, η οποία είχε αποδειχθεί ότι είναι μεταδόσιμη ανάμεσα στα πρόβατα, με ιδιαίτερα μεγάλη περίοδο επώασης ετών. Η ασθένεια αυτή όμως ενδιέφερε κυρίως την κτηνοτροφία και δεν είχε γίνει, τουλάχιστον ακόμα, πολύ γνωστή στην ιατρική κοινότητα. Ο παράγοντας που προκαλλούσε την τρομώδη νόσο ήταν ακόμα άγνωστος και συμπεριφερόταν πολύ διαφορετικά από τους ιούς και τα μικρόβια: ήταν υπερβολικά μικρότερός τους και μπορούσε ν’αντέξει συνθήκες που θα κατέστρεφαν τα παραπάνω, όπως υψηλές θερμοκρασίες, ραδιενέργεια κ.ά.

Έχοντας πλέον αρκετή βεβαιότητα για τη μεταδοσιμότητα της νόσου, οι δύο επιστήμονες Γκάιντουσεκ και Άλπερς,μελέτησαν περαιτέρω και διεξοδικότερα την πιθανή πηγή μόλυνσης και παράλληλα από το 1962 έκαναν πείραμα στις ΗΠΑ, μολύνοντας δύο χιμπατζήδες με εγκεφαλικό ιστό ενός κοριτσιού που πέθανε από κούρου. Το κοριτσάκι αυΤο ονόματι Κιγκέα το παρακολουθούσε τακτικά ο Άλπερς, ο οποίος ζήτησε από την οικογένειά του να δώσει την άδεια για την αφαίρεση των δειγμάτων. Η απάντηση ήταν θετική, αφού ήταν γνωστός σ’εκείνους ο τεμαχισμός των πτωμάτων, κάτι που θα πρέπει να μας κινήσει το ενδιαφέρον για τις επόμενες διαπιστώσεις. Όπως χαρακτηριστικά είπαν οι γονείς της, οι πρόγονοι τους δίδαξαν πώς να τεμαχίζουν καγκουρό, πόσουμ και ανθρώπους, άρα δεν τους ήταν κάτι ξένο.

Οι επιστήμονες ήταν προετοιμασμένοι για το μεγάλο χρόνο επώασης που θα μπορούσε να πάρει η ασθένεια. Σε δύο χρόνια όμως, το 1964, ο ένας από τους δύο χιμπατζήδες εμφάνισε τα συμπτώματα της νόσου κάνοντας έτσι το Γκάιντουσεκ διάσημο για την πρώτη επιτυχημένη μετάδοση μιας ανθρώπινης εκφυλιστικής πάθησης. Εντωμεταξύ η έρευνα για την πηγή μόλυνσης συνεχιζόταν, στην οποία βοήθησε με τα στοιχεία των απογραφών της η Λίντενμπαουμ. Αυτό που βρέθηκε λοιπόν ήταν εκπληκτικό: κανένα παιδί που γεννήθηκε μετά το 1960 δεν εμφάνισε τη νόσο, κι όσο περνούσε ο καιρός η ηλικία των πασχόντων αυξανόταν, υποδηλώνοντας παύση της μετάδοσης. Σύμφωνα με αναφορές ιθαγενών, την εποχή έξαρσης της επιδημίας πέθαιναν αρκετά άτομα από μία οικογένεια, ενώ κάποιες φορές παιδιά έμεαναν ορφανά λόγω ο του θανάτου των γονέων τους κι άλλων μελών,και είχε μάλιστα μια περίπτωση όπου όταν ένας ερωτήθηκε από τους απογραφείς για την οικογένειά του, ανέφερε ότι η μάνα του, η γυναίκα του καιτα παιδιά του έχουν κούρου. Εκείνο επίσης το διάστημα η αυστραλιανή κυβέρνηση είχε επιβάλει ορισμένες σημαντικές αλλαγές στην κοινωνία των φυλών της Νέας Γουινέας, όπως την παύση των αναμεταξύ τους πολέμων, την υποχρέωση να γίνουν δρόμοι, την απαγόρευση των παιδικών γάμων κ.ά. Μέσα σ’αυτά ήταν και η απαγόρευση του πατροπαράδοτου εθίμου του κανιβαλισμού. Ο κανιβαλισμός στους Φόρε είχε παύσει το 1959. Όπως εξήγησε ένας ντόπιος, οι Αυστραλιανές αρχές υποχρέωσαν τους αρχηγούς τους να επιβάλλουν στη φυλή την παύση του κανιβαλισμού, και γρήγορα όλοι τον σταμάτησαν, εκτός από λίγους που συνέχιζαν να το κάνουν κρυφά για λίγο καιρό ακόμα. Οι Φόρε είχαν το έθιμο να τρώνε τελετουργικά τους νεκρούς τους με την πεποίθηση ότι έτσι διευκόλυναν την έξοδο του πνεύματος. Στις τελετές αυτές συμμετείχαν κυρίως οι γυναίκες και τα παιδιά, πράγμα που εξηγούσε τέλεια την κατά πολύ αυξημένη συχνότητα εμφάνισης της νόσου σ’αυτές τις ομάδες, και σύντομα, με την απόδειξη της μεταδοσιμότητας της νόσου, η υπόθεση της μετάδοσής της μέσω του κανιβαλισμού, που προτάθηκε αρχικά από το Γκάιντουσεκ, είχε γίνει βέβαιη. Σύμφωνα με τη διήγηση μιας γυναίκας της περιοχής, όλη η οικογένεια του νεκρού τον θρηνούσε την πρώτη μέρα, και την επομένη οι γυναίκες αναλάμβαναν τον τεμαχισμό του πτώματος. Τίποτα δεν έπρεπε να πεταχτεί, ακόμα και τα κόκαλα γίνονταν σκόνη και τρώγονταν μέσα σε καλάμια μπαμπού. Ένας άλλος κάτοικος της περιοχής ανέφερε ότι είχε φάει δύο δάχτυλα, που όπως έλεγε ήταν πολύ γλυκά, αλλά το δέρμα απ’έξω δεν του άρεσε τόσο. Στη συνέχεια το ντοκιμαντέρ αναφέρει ιστορικά παραδείγματα κανιβαλισμού σε περιόδους ανάγκης στο δυτικό κόσμο, για να δείξει στους θεατές ότι αυτό δεν είναι κάτι τόσο μακρινό και σπάνιο όσο φαίνεται.

Έπειτά η μελέτη συνεχίστηκε προς την εύρεση της αρχικής πηγής της νόσου. Σύντομα οι δύο επιστήμονες ανακάλυψαν μια ομοιότητα μεταξύ της τρομώδους νόσου, της νόσου κούρου, και μιας άλλης σπάνιας εκφυλιστικής πάθησης, της ασήμαντης έως τότε νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ. Αυτή η ασθένεια εμφανίζεται σποραδικά σ’όλους τους μελετημένους ανθρώπινους πληθυσμούς με συχνότητα ένα ανά εκατομμύριο. Αμέσως σχεδίασαν ακόμα ένα πείραμα με χιμπατζήδες για ν’αποδείξουν τη μεταδοσιμότητά της. Όταν σε 18 μήνες τα ζώα εμφάνισαν την ασθένεια, ήταν πλέον σίγουροι ότι η αρχική πηγή θα μπορούσε να είναι ένας μόνο άνθρωπος με σποραδική μορφή της νόσου, η οποία εξαπλώθηκε στους Φόρε λόγω του νεκρικού κανιβαλισμού. Έπειτα ο Άλπερς συμβουλεύτηκε τα δεδομένα της Λίντενμπαουμ, η οποία προσπαθούσε να βρει την πιθανή χρονολογία του πρώτου κρούσματος. Ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η φυλή δεν είχε συγκροτημένη ιστορική μνήμη ούτε χρονολογικό σύστημα, αλλά μετρούσε το χρόνο με βάση την ηλικία κάποιου, το πότε παντρεύτηκε κάποιος, κ.ά. Έτσι με την προφορική παράδοση κατάφερε να εντοπίσει το πρώτο κρούσμα γύρω στο 1900. Η εικόνα πλέον είχε γίνει ξεκάθαρη. Μια μυστηριώδης ασθένεια με μυστηριώδη προέλευση και τρόπο μετάδοσης διαλευκάνθηκε.

Εντωμεταξύ ο Άλπερς δεν εγκατέλειψε τη Νέα Γουινέα. Ύστερα από το πέρας του πρώτου πειράματος με τους χιμπατζήδες, επέστρεψε εκεί με λίγες διακοπές για να καταγράφει λεπτομερέστατα το κάθε κρούσμα μέχρι και τη δεκαετία του ’90. Η αντίληψή του για τους ιθαγενείς είχε πλέον αλλάξει – αρχικά πίστευε πως θα συναντούσε επικίνδυνους άγριους ανθρώπους, σιγά-σιγά όμως αναγνώρισε πως τον ένωναν μ’αυτους πολύ περισσότερα στοιχεία απ’ό,τι τον χώριζαν. Ο Γκάιντουσεκ από την άλλη αισθανόταν ότι θα’παιρνε το νόμπελ. Ο χαρακτήρας του είχε αλλάξει, έβγαινε δημόσια συχνότερα κι έδινε διαλέξεις παντού. Προσπαθούσε να κατανοήσει τον παράγοντα αυτών των ασθενειών, αλλά δε μπόρεσε να το βρει. Τον ονόμασε μη συμβατικό μολυσματικό παράγοντα. Τελικά το 1976 βραβεύτηκε με το νόμπελ ιατρικής.

Έναςάλλος επιστήμονας ήταν αποφασισμένος ν’ανακαλύψει τη φύση αυτού του παράγοντα. Ο Αμερικανός Stanley Prusiner, ύστερα από σχεδόν εικοσαετή μελέτη, από τη δεκαετία του ’70 έως το ’90 δηλαδή, διαπίστωσε ότι ο παράγοντας που προκαλούσε τις μεταδόσιμες σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες (μσε) όπως ονομάστηκαν, δεν ήταν ούτε μικρόβιο ούτε ιός, αλλά μια παθολογική πρωτεΐνη, την οποία ονόμασε πρωτεϊνώδες μολυσματικό σωματίδιο (prion), και, μολονότι φαινόταν να είναι ζωντανή και να πολλαπλασιάζεται, αυτό που έκανε στην πραγματικότητα ήταν να μετατρέπει τις φυσικές ανάλογές της στην παθολογική. Αυτή η ανακάλυψη δεν έγινε ευρέως αποδεκτή αρχικά, κι έφερε τον Προύσνερ σε ρήξη με το Γκάιντουσεκ, ο οποίος πίστευε ακόμα ότι επρόκειτο για κάτι σαν ιό, μέχρι που η πριονική υπόθεση είχε πλέον αποδειχθεί επιστημονικά πολλάκις. Το 1997 ο Προύσνερ βραβεύτηκε κι αυτός με το νόμπελ ιατρικής.

Το 1986 παρατηρήθηκε μια νέα νόσος στη Μεγάλη Βρετανία που έπληττε τις αγελάδες με παρόμοια συμπτώματα. Σύντομα αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια και η εξάπλωσή της συνδέθηκε με τον κανιβαλισμό, – οι αγελάδες έτρωγαν πρωτεΐνούχα συμπληρώματα προερχόμενα από επεξεργασμένες νεκρές -, ο οποίος γινόταν για τι άλλο, για τους δύο στύλους του καπιταλισμού, τη μεγιστοποίηση της παραγωγής και τη μείωση του κόστους. Υπήρχε η υπόνοια στην επιστημονική κοινότητα ότι αυτή η πάθηση θα μπορούσε να μεταδοθεί στον άνθρωπο. Η υπόθεση αυτή τελικά επαληθεύθηκε, όταν δέκα χρόνια αργότερα παρουσιάστηκαν τα πρώτα ανθρώπινα κρούσματα μιας νέας σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας με διαφορετικά χαρακτηριστικά από την κλασική Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ, η οποία ονομάστηκε νέα παραλλαγή της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ, και συνδέθηηκε με την κατανάλωση μολυσμένου βοδινού. Τα κρούσματα συνέχιζαν ν’αυξάνονται μέχρι το 2000, οπότε άρχισαν να πέφτουν.

Ο τότε κύριος ερευνητής καθηγητής John Collinge συμβουλεύτηκε τα επιδημιολογικά δεδομένα του Άλπερς για να προβλέψει την πιθανή έκταση της επιδημίας στους ανθρώπους. Οι εκτιμήσεις δεν ήταν και τόσο αισιόδοξες. Δεδομένου του ότι εκατομμύρια ανθρώπω εκτέθηκαν στο πρίον, η περίοδοι επώασης στη νόσο κούρου έφταναν και τα 50 χρόνια, κι ότι η μετάδοση μιας σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας από ένα είδος σ’ένα άλλο επιμηκύνει έως και το διπλάσιο το χρόνο επώασης, πολύ περισσσότερα άτομα θα μπορούσαν να επωάζουν την ασθένεια μεταδίδοντάς την σ’άλλους μέσω ιατρικών διαδικασιών, επειδή η πρωτεΐνη αυτή όπως βρέθηκε δεν ήταν συγκεντρωμένη κυρίως στο κεντρικό νευρικό σύστημα όπως σ’άλλες μσε, αλλά μπορούσε να βρεθεί σε όργανα του λεμφικού συστήματος όπως στο σπλήνα, στις αμυγδαλές, στο πεπτικό σύστημα, ακόμα και στο αίμα.

Επιπροσθέτως έγιναν μελέτες για τη γενετική ευπάθεια των πληθυσμών στη νόσο. Ερευνήθηκαν οι παραλλαγές του γονιδίου που κωδικοποιεί την πρωτεΐνη πρίον, απ’όπου βρέθηκε ότι η σχετική ευπάθεια καθόρίζεται από τη μορφή του γονιδίου, και σύμφωνα μ’αυτό οι ασθενείς με συντόμότερη επώαση βρέθηκα να’ναι ευπαθέστεροι των άλλων με μεγαλύτερη. Όλα τα πρώτα κρούσματα της νέας παραλλαγής ήταν του ευπαθέστερου τύπου, ενώ όλα τα τελευταία της νόσου κούρου του ανθεκτικότερου. Βρέθηκε επίσης ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού φέρει την ανθεκτικότερη μορφή του γονιδίου, πράγμα που σημαίνει ότι αυτά τα άτομα ενδέχεται να είναι φορείς για μεγάλο χρονικό διάστημα και να μεταδίδουν τη νόσο με ιατρικές διαδικασίες όπως μεταγγίσεις ή δωρεές οργάνων. Έτσι λόγω των πιθανών τεράστιων χρόνων επώασης, που ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να ξεπερνούν τη διάρκεια ζωής του ανθρώπου, καθώς και της δυσκολίας ανίχνευσης των φορέων, είναι δυνατόν η νόσος να συνεχίζει να μεταδίδεται. Αυτό είναι το ζοφερότερο σενάριο μιας τρομερής επιδημίας που θα’χει θύματα εκατομμύρια ανθρώπων τα οποία θα οδηγεί πάντοτε στο θάνατο με τρομακτικό τρόπο, ενώ ο έλεγχός της θα είναι σχεδόν αδύνατος.

Τέλος αναφέρει τις μελέτες πού έγιναν στην περιοχή του κούρου και τη σύγκρισή των ευρημάτων μ’άλλους πληθυσμούς. Βρέθηκε λοιπόν ότι οι επιζήσαντες της επιδημίας είχαν υψηλά ποσοστά σχετικης ανθεκτικότητας. Αυτό όμως πουε εξέπληξε τους επιστήμονες ήταν ότι, αν και θα περίμενε κανείς τέτοια ποσοστά να εμφανίζονται μόνο σ’εκείνη τη φυλή με τη συγκεκριμένη ιστορία, εμφανίστηκαν και σε πολλούς άλλους πληθυσμούς, υποδηλώνοντας ίσως την επιλογή για τέτοια ανθεκτικότητα σε παρόμοιες κρίσεις στο [παρελθόν. Θέτουν έτσι οι επιστήμονες το ερώτημα αν κάποτε τέτοιες επιδημίες λόγω κανιβαλισμού συνέβησαν κι αλλού κατά την ανθρώπινη προΪστορία. Και μ’αυτό το ερώτημα, καθώς και με το σενάριο της εξέλιξης της επιδημίας της νέας παραλλαγής στην Ευρώπη, τελειώνει το ντοκιμαντέρ.

Μία ιστορία που μου ήταν σε μεγάλο μέρος γνωστή, αλλά με την εικόνα και την αφήγηση έγινε πολύ παραστατικότερη. Ένα ντοκιμαντέρ που προτείνω να δείτε. Επειδή θεωρούνται αυτές οι παθήσεις σπάνιες δε σημαίνει κιόλας ότι δε μας απειλούν. Όλοι είμαστε πιθανοί στόχοι, έχουμε την πιθανότητα να τις εμφανίσουμε σποραδικά ή να μολυνθούμε απ’αυτές, κι ακόμα χειρότερο, δεν είναι ακόμα γνωστές όλες οι πιθανές πηγές μετάδοσης. Το προτείνω σε όλους ως μια εισαγωγή στην ιστορία της ανακάλυψης αυτών των μυστηριωδών παθήσεων.

Κούρου στη γλώσσα των Φόρε σημαίνει τρέμουλο, από το ρήμα κούρια ή γκούρια, τρέμω.
Εδώ
Είναι το αντίστοιχο άρθρο της αγγλικής Wikipedia.
Εδώ,
εδώ
και
εδώ
Είναι δύο ακόμα καλά άρθρα. Επίσης
μια κλινική μελέτη 10 κρουσμάτων κούρου με μεγάλες περιόδους επώασης στο τέλος της επιδημίας
Καταγράφονται τα ιστορικά, τα συμπτώματα, τα νευροπαθολογικά ευρήματα, καθώς και γενετικές μελέτες που έγιναν. Το τελευταίο κρούσμα σημειώθηκε το 2008 και ίσως πλέον η επιδημία να έχει τελειώσει, ή τουλάχιστον αναμένονται ελάχιστα άτομα. Ο μόνος δυτικός που πέθανε απ’αυτή τη νόσο ήταν ο σπουδαίος νευροεπιστήμονας
Roger Wolcot Sperry,
Ο οποίος μελέτησε τη σχέση των δύο εγκεφαλικών ημισφαιρίων. Όταν έλαβε το νόμπελ βρισκόταν στο τελικό στάδιο της νόσου, την οποία προφανώς έπαθε από επαφή με μολυσμένους εγκεφάλους.
Ακόμα
η περιπέτεια ενός ερευνητή με τη νόσο κούρου στη Νέα Γουινέα.
Είναι πολύ ενδιαφέρον, περιγράφει της συνθήκες εργασίας στη Νέα Γουινέα εκεινη την εποχή, τα τραγικά αποτελέσματα της αρρώστιας στους ιθαγεννείς, τις σχέσεις του συγγραφέα με τους γνωστούς και μεγάλους επιστήμονες εκεί, καθώς και πολιτιστικές πληροφορίες και συζητήσεις με ιθαγεννείς σχετικά με το θέμα της μαγείας. Στο τέλος του άρθρου εκφράζει μεν την ανακούφησή του για το τέλος αυτής της ασθένειας, νιώθει δε και μια νοσταλγία για τις καλές μέρες που πέρασε εκεί δουλεύοντας και γνωρίζοντας άλλους ανθρώπους, που μου φάνηκε σαν να επιθυμούσε τη συνέχιση της επιδημίας. Για τα γενετικά της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ γράφω αναλυτικότερα
σε πρόσφατο θέμα μου.
Βρήκα επίσης ένα πολύ
ενδιαφέρον άρθρο
της Λίντενμπαουμ, που πραγματεύεται τις πίστεις των Φόρε σχετικά με την ασθένεια, τις κοινωνικές τους δομμές, τις αλλαγές που επέφερε η επαφή τους με το δυτικό κόσμο, τα κανιβαλικά τους έθιμα, και τις σημερινές αντιλήψεις. Ακόμα η πλειονότητά τους πιστεύει στη μαγεία, παρόλο που αρκετοί θεωρούν το κούρου μη μαγικής προέλευσης. Όσον αφορά τις πρώτες επιστημονικές μελέτες, αρχικά στο άρθρο γίνεται λόγος για την υπόθεση ότι η πάθηση ήταν γενετική, την οποία όμως καταρρίπτει η Λίντενμπαουμ αποδεικνύοντας πως οι συγγενικοί δεσμοί δε βασίζονταν πάντοτε σε σχέσεις εξ αίματος. Επίσης αναλύει ΕΠΙ ΤΡΟΧΆΔΗΝ την ιστορία της ασθένειας και τα έθιμα του κανιβαλισμού: την ιστορία τους και πότε σταμάτησαν, καθώς και την τιμωρία των μάγων. Οι φόνοι ύποπτων για μαγεία είχαν σταματήσει μέσα στη δεκαετία του ’60. Ένα λεπτομερές άρθρο για τα ταφικά έθιμα βρρίσκεται
εδώ.
Αναφέρονται λεπτομερώς οι ταφικές τελετές και οι πίστεις περί μεταθανάτιας ζωής των Φόρε. Αξιοσημείωτο μου φάνηκε το ότι, παρόλο της μεγάλης τους γεωγραφικής απόστασης και της παντελούς απουσίας επαφής με ευρωπαϊκούς ή ανατολικούς πολιτισμούς, έχουν κατά μεγάλο βαθμό παρόμοιες πεποιθήσεις. Για παράδειγμα οι ψυχές των νεκρών περνούν ένα ποτάμι, όπως τον Αχέροντα ποταμό στην αρχαιοελληνική παράδοση ή το Νείλο στην αιγυπτιακή, για να φτάσει στη γη των προγόνων (παράδεισος/κάτω κόσμος), ενώ η ψυχή αποτελείται από διάφορα μέρη, όπως την πενταμερή ψυχή των Αιγυπτίων, τα οποία έπρεπε να ενωθούν μετά το θάνατο. Κάποιο απ’αυτά τα μέρη εκπροσωπούσε την αποσύνθεση του νεκρού, ανάλογο με το αρχαιοελληνικό μοίασμα ή παρόμοιες πεποιθήσεις τον Μαορί της Νέας Ζηλανδίας. Όλα φαίνονται να συνδέονται, σαν να προήλθαν από κοινή πηγή.
Περιγράφεται επίσης αναλυτικά η κατανάλωση του νεκρού. Οι άντρες έτρωγαν συνήθως το κρέας ή άλλες φορές δεν έτρωγαν πολύ, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά τα υπόλοιπα μέρη του σώματος. Ακόμα και τα οστά έπρεπε να γίνουν σκόνη και να καταναλωθούν μέσα σε μαμπού. Παρόλα αυτά ο κανιβαλισμός, ή μετάληψη όπως αναφέρεται στο άρθρο για να μη δημιουργείται προκατάληψη προς μια ιερή και πνευματική πράξη, δεν ήταν υποχρεωτικός, αλλά ο νεκρός μπορούσε να ταφεί, μολονότι πολλές οικογένειες προτιμούσαν να τον φάνε ως τιμιτικότερη πράξη και ένδειξη αγάπης και σεβασμού, ακόμα και κάποιο διάστημα μετά την επίσημη απαγόρευσή του.

Όσον αφορά τη σημερινή κατάσταση των κυρίων επιστημόνων του θέματος, ο Μάικλ άλπερς έχει τη θέση καθηγητή του πανεπιστημίου Κέρτιν της Αυστραλίας. Ο Στάνλεϊ Προύσνερ βρίσκεται πλέον παντού, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνιας, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ της ίδιας πολιτείας, στην Εθνική Ακαδημία Επιστημών των ΗΠΑ, στη Βασιλική Κοινότητα της Βρετανίας, κι αλλού. Μια αυτοβιογραφία του μπορείτε να διαβάσετε
εδώ

Τα τελευταία χρόνια του Γκάιντουσεκ δεν ήταν και τόσο καλά: πέθανε στην ηλικία των 85 ετών στη Νορβιγία, διωγμένος από την πατρίδα του με την κατηγόρία της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Ο Γκάιντουσεκ έφερνε αγόρια από τα ταξίδια του εκεί στο νότιο Ειρηνικό στις ΗΠΑ, υποσχόμενος ότι θα τα στηρίξει ώστε να σπουδάσουν. Κάποιος λοιπόν απ’αυτούς όταν μεγάλωσε τον κατηγόρησε γι’αυτό το πράγμα, το οποίο ο Γκάιντουσεκ παραδέχτηκε στο δικαστήριο. Ύστερα από ένα χρόνο φυλακή, του επιτράπηκε να ζει στην Ευρώπη. Παρά το έγκλημα που διέπραξε όμως, δεν πιστεύω ότι μια τέτοια σκληρή τιμωρία ήταν δίκαιη για κάποιον που συνέβαλε, όντας μάλιστα και ο πρώτος συστηματικός ερευνητής, τόσο πολύ στην κατανόηση αυτών των άκρως επικίνδυνων και πάντοτε θανατηφόρων ασθενειών. Όπως είπε όμως κι ο ίδιος στο δικαστήριο, στον πολιτισμό της πατρίδας των παιδιών αυτών η σεξουαλική επαφή με ενήλικες δεν αποτελεί καταδικαστέα πράξη. Μήπως δηλαδή τον μήνυσε ο νεαρός για να πάρει δικαστική αποζημίωση;Αναρωτιέμαι.
Η Λίντενμπαουμ συνέχιζε να εργάζεται ερευνώντας τις επιπτώσεις σημαντικών επιδημιών στην κοινωνία, και ιστορικά και σήμερα.

Το ντοκιμαντέρ μπορείτε να το δείτε ή να το κατεβάσετε από
διάφορες ιστοσελίδες
Ενώ τα βίντεο του γυρίσματος του ντοκιμαντέρ βρίσκονται
εδώ.

Ενημέρωση 16/5/2012: Στα πλαίσια των αγγλικών προέβαλα το ντοκιμαντέρ στο σχολείο. Θεώρησα χρέος μου, εφόσον ήξερα γι’αυτές τις ανίατες, πάντοτε θανατηφόρες κι άκρως επικίνδυνες ασθένειες και είχα και το κατάλληλο υλικό να δείξω, να διαδώσω τη γνώση γι’αυτές. Η προβολή έγινε μέχρι τα 30 λεπτά την περασμένη Τρίτη στις 8 Μαΐου, και τα υπόλοιπα 22 χθες στις 15. Λόγω των διαβασμάτων για τις εξετάσεις, οι μαθητές ήταν λίγοι, όμως οι περισσότεροι όσων ήταν μου φάνηκε πως κάπως ενδιαφέρθηκαν. Φυσικά έπρεπε να κάνω και τις ανάλογες εισαγωγές κι επεξηγήσεις, όπου έδωσα και τα στοιχεία για την πάθηση αυτήν στη χώρα μας, για όποιον θέλει να ψάξει. Σκοπεύω να χρησιμοποιήσω το ντοκιμαντέρ κι αλλού. Στην καθηγήτρια των αγγλικών το ντοκιμαντέρ τις άρεσε πολύ, η οποία το αντέγραψε για προβολές σ’άλλες τάξεις, αλλά και για τις επόμενες χρονιές.

Το βιβλίο δεν τό’χω διαβάσει ακόμα, αλλά έχω βρει μια πολύ καλή περίληψη και κριτική
εδώ.
Δε συμμερίζομαι τις γενικότερες απόψεις της σελίδας. Η σελίδα αυτή είναι ακροδεξιά και άκρως εθνικιστική, γι’αυτό δίνω και το σύνδεσμο της
αγγλικής wikipedia
για το βιβλίο αυτό, όπου αναφέρονται όλες οι κριτικές του, θετικές κι αρνητικές.

οι επιστήμονες-συγγραφείς του μας παρουσιάζουν τ’αποτελέσματά τους σχετικά με διάφορες συσχετίσεις που βρήκαν όσον αφορά το δείκτη νοημοσύνης με διάφορες μεταβλητές όπως κοινωνική θέση, επιτυχία, βαθμός εκπαίδευσης, κοινωνικά προβλήματα κ.ά. Το επίμαχο σημείο του βιβλίου έγκειται στην παρατήρηση μιας σχετικά σταθερής διαφοροποίησης μεταξύ της νοημοσύνης διάφορων φυλετικών ομάδων.
Το βιβλίο αυτό δεν είναι το μόνο στο είδος του, έχουν εκδοθεί κι άλλα παρόμοια συγγράμματα, όπως ωστόσο και αντίθετες απόψεις από την άμυνα, όπ-ως π.χ. ότι οι διαφορές στο δείκτη νοημοσύνης που παρατηρούνται οφείλονται στο κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον της εκάστοτε ομάδας, αν και οι επιστήμονες της πρώτης ομάδας προσπαθούν να κάνουν τα τεστ τους όσο το δυνατόν πιο ουδέτερα, και το πρόβλημα αυτό επίσης δε θεωρείται σημαντικό σε ανθρώπους ήδη ενταγμένους στον πολιτισμό των Η.Π.Α., εκεί που έγινε η έρευνα.

Η περίληψη και η κριτική

11. Αυγούστου 2005 || 13.26

«The Bell Curve» των Richard Herrnstein και Charles Murray
του Νίκου Δούκα

Εισαγωγή
Το βιβλίο «The Bell Curve» (Η κωδωνωτή καμπύλη) εκδόθηκε το 1994 από τους Ρίτσαρντ Χερνστάιν και Τσαρλς Μιούρεϊ και εξερευνεί τον ρόλο της νοημοσύνης στην κατανόηση των κοινωνικών προβλημάτων στις ΗΠΑ. Ο τίτλος προέρχεται από την καμπύλη σε σχήμα κώδωνα (καμπάνας) των αποτελεσμάτων νοημοσύνης (IQ), η οποία στην στατιστική λέγεται «κανονική κατανομή» ή «κατανομή Γκάους».

Το βιβλίο είναι σχετικώς ογκώδες για ένα βιβλίο της δημοτικότητάς του και αποτελείται από 845 σελίδες στην πρώτη έκδοση και 879 στην πρώτη επανέκδοση. Μεγάλο μέρος του υλικού του είναι τεχνικό και ακαδημαϊκό, αλλά οι στατιστικές αναλύσεις του βιβλίου είναι γραμμένες ώστε να απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό. Περιέχει αναλυτικές σημειώσεις, γράφους και πίνακες.

Τα στοιχεία του βιβλίου προέρχονται από την ανάλυση των δεδομένων που συγκεντρώθηκαν στην Εθνική Γεωγραφική Μελέτη της Νεολαίας (NLSY), μία μελέτη χιλιάδων Αμερικανών που άρχισε την δεκαετία του 1980, στην οποία όλοι οι συμμετέχοντες έδωσαν την Εξέταση Ικανοτήτων των Ενόπλων Δυνάμεων (AFQT), μία μέτρηση της νοημοσύνης αντίστοιχη με τις εξετάσεις IQ.

Το βιβλίο χωρίζεται σε 4 ενότητες. Η πρώτη ενότητα δείχνει ότι ο κοινωνικός διαχωρισμός με κριτήριο την νοημοσύνη αυξάνεται ραγδαία από την αρχή του 20ου αιώνα. Η δεύτερη ενότητα παρουσιάζει για πρώτη φορά έρευνες που δείχνουν ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της νοημοσύνης και διάφορων τύπων κοινωνικών προβλημάτων. Η τρίτη, και πλέον επίμαχη, ενότητα εξετάζει την σημασία της νοημοσύνης στην διαμόρφωση κοινωνικών και οικονομικών διαφορών μεταξύ των φυλετικών ομάδων στις ΗΠΑ. Η τέταρτη ενότητα ασχολείται με τις επιπτώσεις των ευρημάτων του βιβλίου στην κοινωνική πολιτική στις ΗΠΑ.

1η ενότητα: Η ανάδειξη μίας νοητικής ελίτ
Οι συγγραφείς παρατηρούν ότι η συσχέτιση των εκπαιδευτικών ευκαιριών με την νοημοσύνη (όπως εξάγεται από τον δείκτη IQ) δεν υπήρχε στις ΗΠΑ μέχρι την δεκαετία του 1950.

Μέχρι εκείνη την εποχή μόνο το 55% των αποφοίτων λυκείου στο ανώτερο 25% του δείκτη νοημοσύνης συνέχιζε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο. Από το 1950 στο 1960, το ποσοστό ανήρθε στο 72% και το 1980 άνω το 80% των αποφοίτων λυκείου στην ίδια πληθυσμιακή ομάδα σπούδαζε στο πανεπιστήμιο.

Επιπλέον ο διαχωρισμός με βάση την νοημοσύνη συνεχίζεται καθώς οι φοιτητές προχωρούν στο πανεπιστήμιο. Το 1980 περισσότερο από το 20% του πληθυσμού στο χαμηλότερο 20% του δείκτη νοημοσύνης ξεκίνησε σπουδές στο πανεπιστήμιο. Όμως λιγότερο από 2% στην ίδια πληθυσμιακή ομάδα ολοκλήρωσε επιτυχώς τις σπουδές του.

Διαχωρισμός υπάρχει και ανάμεσα στα πανεπιστήμια, με τα καλύτερα πανεπιστήμια να επιλέγουν όλο και περισσότερους από τους νοητικώς ανώτερους φοιτητές. Το 1928 τα καλύτερα πανεπιστήμια στις ΗΠΑ, τα λεγόμενα Ivy League (Σύνδεσμος του Κισσού) και Seven Sisters (Επτά Αδερφές), συγκέντρωναν φοιτητές που κατά μ.ο. ήταν στο 88% του εθνικού δείκτη νοημοσύνης. Το 1964 οι φοιτητές τους ήταν ήδη στο 99% του εθνικού δείκτη νοημοσύνης.

Διαχωρισμός νοημοσύνης υπάρχει όλο και περισσότερο και στα επαγγέλματα. Το 1900 τα επαγγέλματα υψηλού δείκτη νοημοσύνης (λογιστές, αρχιτέκτονες, χημικοί, επιστήμονες πληροφορικής, ιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι, μαθηματικοί, κοινωνιολόγοι) απασχολούσαν το 5% του πληθυσμού από το ανώτερο 10% του δείκτη νοημοσύνης. Το 1990 απασχολούσαν το 25% από την ίδια ομάδα. Το 1900 το 60% των διευθύνοντων συμβούλων (CEO) ήταν χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο. Το 1976 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν λιγότερο από 5%.

Αλλά και η επιτυχία στον επαγγελματικό χώρο εξαρτάται κυρίως από την νοημοσύνη. Η συσχέτιση (correlation) της επαγγελματικής απόδοσης με διάφορα κριτήρια είναι 0,53 με τον δείκτη νοημοσύνης, 0,37 με το βιογραφικό, 0,26 με τις συστάσεις, 0,22 με τις σπουδές, 0,14 με τις συνεντεύξεις, 0,11 με τους βαθμούς πτυχίου κ.ο.κ.

Σε μεγάλο βαθμό οι τρέχουσες κοινωνικές ανισότητες, ισχυρίζονται οι συγγραφείς, αντικατοπτρίζουν την επιτυχία μίας αριστοκρατίας με κριτήριο την νοημοσύνη. Η ιδέα της αριστοκρατίας δεν είναι από μόνη της κάτι το προσβλητικό. Αν ωστόσο η κληρονομικότητα της νοημοσύνης είναι υψηλή και υπάρχει μία ισχυρή τάση των όμοιων σε νοημοσύνη να παντρεύονται μεταξύ τους, τότε η ανακατανομή της νοημοσύνης από γενιά σε γενιά θα είναι λιγότερη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αριστοκρατία αρχίζει και γίνεται κληρονομική, ένα φαινόμενο που ενισχύεται έντονα καθώς η νοητική ελίτ απομονώνεται από την υπόλοιπη κοινωνία ζώντας σε ξεχωριστές γειτονιές, στέλνοντας τα παιδιά της σε ιδιωτικά σχολεία και αναπτύσσοντας κοινωνικούς θεσμούς που διασφαλίζουν τα δικά της συμφέροντα.

2η ενότητα: Κοινωνική συμπεριφορά
Τα στοιχεία σε αυτή την ενότητα είναι πιο περίπλοκα και τα συμπεράσματα λιγότερο ξεκάθαρα. Σε σχέση με τα κοινωνικά προβλήματα που εξετάζονται (π.χ. φτώχεια, έλλειψη μόρφωσης, ανεργία, αεργία, διαζύγιο, εξώγαμα παιδιά, εξάρτηση από επιδόματα πρόνοιας, εγκληματικότητα), ο δείκτης νοημοσύνης εξηγεί από μόνος του λιγότερο από το 20% και πολλές φορές λιγότερο από το 5% των διαφορών. Ωστόσο ο υψηλός δείκτης νοημοσύνης είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες προστασίας από τα κοινωνικά προβλήματα, όπως φαίνεται από τα στοιχεία που παραθέτουν οι συγγραφείς.

Για παράδειγμα, υπάρχει μεγαλύτερη συσχέτιση της πιθανότητας φτώχειας με την νοημοσύνη απʼ ότι με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των γονέων. Η πιθανότητα να είναι κάποιος κάτω από το όριο της φτώχειας είναι 2% για τον πληθυσμό στο ανώτερο 10% του δείκτη νοημοσύνης, 6% για το μέσο όρο του δείκτη νοημοσύνης και 26% για τον πληθυσμό στο κατώτερο 10% του δείκτη νοημοσύνης. Σε σχέση με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των γονέων οι αντίστοιχες πιθανότητες ήταν 4%, 6% και 11%.

Αντιθέτως υπάρχει μεγαλύτερη συσχέτιση της πιθανότητας φτώχειας με την οικογενειακή κατάσταση των γονέων απʼ ότι με την νοημοσύνη. Οι χωρισμένες, διαζευγμένες ή ανύπαντρες μητέρες με χαμηλό δείκτη νοημοσύνης έχουν 70% πιθανότητα να έχουν παιδιά κάτω από το όριο της φτώχειας. Για την ίδια ομάδα μητέρων με υψηλό δείκτη νοημοσύνης, η αντίστοιχη πιθανότητα είναι 10%. Όμως για τις παντρεμένες μητέρες οι αντίστοιχες πιθανότητες είναι 20% και 0% περίπου.

Ως προς την μόρφωση, η συσχέτιση είναι πάλι μεγαλύτερη με την νοημοσύνη απʼ ότι με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των γονέων. Η πιθανότητα αποφοίτησης από το πανεπιστήμιο είναι 40% για τον πληθυσμό στο ανώτερο 2% της κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης, αλλά 75% για τον πληθυσμό στο ανώτερο 2% του δείκτη νοημοσύνης. Αντιστοίχως η πιθανότητα μη-αποφοίτησης από το λύκειο είναι περίπου 0% για τον πληθυσμό στο ανώτερο 20% του δείκτη νοημοσύνης, 6% για τον μέσο όρο του δείκτη νοημοσύνης και 55% για τον πληθυσμό στο κατώτερο 20% του δείκτη νοημοσύνης.

Παρόμοια συμπεράσματα, με αναρίθμητους ελέγχους και υποπεριπτώσεις, εξάγονται και για την υπόλοιπη κοινωνική συμπεριφορά.

3η ενότητα: Το εθνικό περιβάλλον
Αυτή η ενότητα θεωρείται η πλέον επίμαχη και προκάλεσε την οργή των οπαδών του πολυ-φυλετισμού. Ωστόσο τα δεδομένα δεν είναι νέα και υποστηρίζονται από τους περισσότερους επιστήμονες ψυχολόγους και ανθρωπολόγους.

Οι κίτρινοι Ασιάτες (είτε ζουν στην Ασία, είτε στις ΗΠΑ) έχουν ανώτερες επιδόσεις κατά 5 μονάδες κατά μέσο όρο στον δείκτη νοημοσύνης από τους λευκούς Αμερικανούς. Αντιθέτως, εδώ και πολλές δεκαετίες, οι μαύροι Αμερικανοί υστερούν 15 μονάδες κατά μέσο όρο στον δείκτη νοημοσύνης από τους λευκούς Αμερικανούς. Οι διαφορές δεν οφείλονται στον σχεδιασμό των τεστ νοημοσύνης. Αντιθέτως είναι μεγαλύτερες στις ερωτήσεις που έχουν λιγότερη σχέση με το πολιτιστικό περιβάλλον των εξεταζόμενων. Αν ληφθεί υπόψιν η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση, η διαφορά μεταξύ λευκών και μαύρων μειώνεται κατά 37% (από 1,21 σε 0,76 κανονική απόκλιση), αλλά σαφώς δεν εξαφανίζεται, και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως και η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση μπορεί να αποτελεί αιτία, αλλά είναι και αποτέλεσμα της διαφοράς στην νοημοσύνη. Η διαφορά στην νοημοσύνη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι αποκλειστικά, σε γενετικά αίτια. Εκτιμήσεις από ψυχομετρικούς μελετητές για την κληρονομικότητα του δείκτη νοημοσύνης κυμαίνονται από 40% μέχρι 80%.

Αν ληφθεί υπόψιν η διαφορά στην νοημοσύνη, οι διαφορές των φυλετικών ομάδων σε κοινωνική συμπεριφορά μειώνονται δραστικά:

■Αν δεν ληφθεί υπόψιν ο δείκτης νοημοσύνης, οι πιθανότητες λευκών, μαύρων και ισπανόφωνων να αποφοιτήσουν από το πανεπιστήμιο είναι 27%, 11% και 10% αντίστοιχα. Αν όμως εξετάσουμε μόνο άτομα με μέσο δείκτη νοημοσύνης ίσο με τον μέσο δείκτη νοημοσύνης των αποφοίτων πανεπιστημίου (114), οι πιθανότητες είναι 50%, 68% και 49% αντίστοιχα.
■Αν δεν ληφθεί υπόψιν ο δείκτης νοημοσύνης, το μέσο εισόδημα λευκών, μαύρων και ισπανόφωνων είναι $27.372, $20.994 και $23.409 αντίστοιχα. Αν όμως εξετάσουμε μόνο άτομα με μέσο δείκτη νοημοσύνης (100), το μέσο εισόδημα είναι $25.546, $25.001 και $25.159 αντίστοιχα.
■Αν δεν ληφθεί υπόψιν ο δείκτης νοημοσύνης, οι πιθανότητες λευκών, μαύρων και ισπανόφωνων να είναι κάτω από το όριο της φτώχειας είναι 7%, 26% και 18% αντίστοιχα. Αν όμως εξετάσουμε μόνο άτομα με μέσο δείκτη νοημοσύνης (100), οι πιθανότητες είναι 6%, 11% και 9% αντίστοιχα.
■Αν δεν ληφθεί υπόψιν ο δείκτης νοημοσύνης, οι πιθανότητες λευκών, μαύρων και ισπανόφωνων να βρεθούν κάποια στιγμή στην φυλακή είναι 2%, 13% και 6% αντίστοιχα. Αν όμως εξετάσουμε μόνο άτομα με μέσο δείκτη νοημοσύνης (100), οι πιθανότητες είναι 2%, 5% και 3% αντίστοιχα.
Στην συνέχεια οι συγγραφείς εξετάζουν τις δημογραφικές αλλαγές που παρατηρούνται στον εθνικό δείκτη νοημοσύνης. Οι γυναίκες απόφοιτοι πανεπιστημίου, οι οποίες είναι πλέον σχεδόν όλες υψηλής νοημοσύνης (βλ. 1η ενότητα), γεννούν κατά μέσο όρο 1,56 παιδιά, ενώ οι γυναίκες χωρίς πτυχίο λυκείου γεννούν κατά μέσο όρο 2,5 παιδιά. Επιπλέον η μέση ηλικία στην πρώτη γέννα είναι 27,2 ετών για τις γυναίκες υψηλής νοημοσύνης και 19,8 ετών για τις γυναίκες χαμηλής νοημοσύνης. Συνεπώς μέσα σε 60 χρόνια υπάρχουν 2 γενιές για την πρώτη κατηγορία και 3 γενιές για την δεύτερη. Οι συνέπειες για τον εθνικό δείκτη νοημοσύνης είναι αρνητικές.

Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και στο μέτωπο της μετανάστευσης. Σύμφωνα με στοιχεία της δεκαετίας του 1980, η εθνική καταγωγή των νέων μεταναστών στις ΗΠΑ είναι: ισπανόφωνοι 41%, κίτρινοι Ασιάτες 21%, λευκοί 11%, μαύροι 9%, Φιλιππινέζοι και Ινδονήσιοι 7%, άλλοι 11%. Ο δείκτης νοημοσύνης των εθνικών ομάδων είναι κατά μέσο όρο: ισπανόφωνοι 90, κίτρινοι Ασιάτες 105, λευκοί 100, μαύροι 85, Φιλιππινέζοι και Ινδονήσιοι 90. Κατά συνέπεια το 57% (ισπανόφωνοι, μαύροι, Φιλιππινέζοι και Ινδονήσιοι) των νέων μεταναστών έχουν δείκτη νοημοσύνης πολύ κάτω από τον μέσο όρο (100) και ασκούν αρνητική πίεση στον εθνικό δείκτη νοημοσύνης.

4η ενότητα: Προτάσεις κοινωνικής πολιτικής
Το βιβλίο κλείνει με μία εξέταση των επιπτώσεων των ευρημάτων στην κοινωνική πολιτική. Οι Χερνστάιν και Μιούρεϊ καθιστούν ξεκάθαρο πως μία κοινωνία αξιοκρατίας δεν πρέπει να είναι μία ζούγκλα και πως μία υπεύθυνη κοινωνία πρέπει να έχει μία θέση για όλους. Όμως αυτό δεν σημαίνει να αρνούμαστε την επιστημονική πραγματικότητα. Οι συγγραφείς προχωρούν σε μία σειρά από παρατηρήσεις για την κοινωνική πολιτική.

Τα προγράμματα ενισχυτικής διδασκαλίας για τα μειονεκτούντα νοητικώς παιδιά δεν έχουν μακροπροθέσμως σημαντικές επιπτώσεις στην νοημοσύνη. Με την ολοκλήρωση του προγράμματος υπάρχει αύξηση 8 μονάδων κατά μέσο όρο του δείκτη νοημοσύνης, όμως σε 3 χρόνια η αύξηση περιορίζεται σε μόλις 3 μονάδες κατά μέσο όρο. Δυστυχώς δεν υπάρχουν αντίστοιχα προγράμματα για τα πλεονεκτούντα νοητικώς παιδιά: το 92,2% του προϋπολογισμού ενισχυτικής διδασκαλίας αφορά την πρώτη κατηγορία, ενώ μόλις το 0,1% την δεύτερη. Σε συνδυασμό με την ισοπέδωση του εκπαιδευτικού επιπέδου, αυτό έχει οδηγήσει σε μία κατακόρυφη πτώση στις επιδόσεις των μαθητών στις εξετάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια (SAT): 34 με 44 μονάδες στον θεωρητικό κλάδο και 15 με 25 στον θετικό κλάδο με άριστα τις 800 μονάδες.

Η εφαρμογή ποσοστώσεων (affirmative action) στα πανεπιστήμια για τις λιγότερο αντιπροσωπευόμενες φυλετικές ομάδες έχει εισάγει την πολιτική στον χώρο της Παιδείας. Τα αποτελέσματα στις εξετάσεις SAT δείχνουν πως, σε σχέση με τους λευκούς Αμερικανούς, οι μαύροι Αμερικανοί υστερούν κατά 200 μονάδες, οι ισπανόφωνοι κατά 130 μονάδες, ενώ οι Ασιάτες υπερτερούν κατά 30 μονάδες. Η εφαρμογή των ποσοστών οδηγεί στην επιτυχία λιγότερο ικανών στις εξετάσεις λόγω της φυλετικής τους καταγωγής. Αυτό δημιουργεί νέες φυλετικές εντάσεις, καθώς οι λευκοί και ακόμα περισσότερο οι Ασιάτες είναι θύματα ενός «αντίστροφου ρατσισμού». Παράλληλα τα αρνητικά στερεότυπα για τις λιγότερο αντιπροσωπευόμενες φυλετικές ομάδες ανανεώνονται στον χώρο του πανεπιστημίου: το 52% των φοιτητών με τον χαμηλότερο 10% του δείκτη νοημοσύνης είναι μαύροι, ενώ το ποσοστό τους ως φοιτητών είναι μόλις 12%.

Η εφαρμογή ποσοστώσεων στον χώρο εργασίας έχει αποδειχθεί εξίσου αναποτελεσματική: το 40% της αστυνομικής δύναμης στην Ουάσιγκτον απέτυχε το 1988 σε ένα στοιχειώδες τεστ γραμματικών γνώσεων. Στο Μαϊάμι το 1985 εξαρθρώθηκε ένα κύκλωμα διεφθαρμένων αστυνομικών που συνεργάζονταν με εμπόρους κοκαΐνης: το 90% των αποπεμφθέντων αστυνομικών είχαν διοριστεί με την εφαρμογή ποσοστώσεων.

Επίλογος
Η έκδοση του βιβλίου «The Bell Curve» τον Οκτώβριο του 1994 έγινε αρχικώς δεκτή με ευνοϊκά σχόλια από ακαδημαϊκούς και δημοσιογράφους, ενώ θετική ήταν και η παρουσίαση στους New York Times. Μετά ακολούθησε η «χιονοστιβάδα»: οι περισσότερες αντιδράσεις ήταν βιτριολικά εχθρικές και υβριστικές. Ο ερευνητής Μάικλ Λεντίν παρατήρησε εύστοχα ότι ποτέ ένα τόσο μετριοπαθές βιβλίο δεν είχε προκαλέσει τόσο ακραίες αντιδράσεις. Ωστόσο όταν «η μπόρα υποχώρησε», κανένα από τα σημαντικότερα ευρήματα του βιβλίου δεν είχε ανατραπεί. Αυτό, όπως λέει σήμερα ο Μιούρεϊ, δεν οφείλεται τόσο στην εξυπνάδα του ιδίου και του Χερνστάιν, αλλά στην προσεκτική, τεκμηριωμένη και μετριοπαθή διατύπωση των συμπερασμάτων τους.

Το βιβλίο «The Bell Curve» είναι ένα πολύ καλό και υπερβολικά τεκμηριωμένο βιβλίο. Εγείρει πολλές ενδιαφέρουσες ερωτήσεις σε σχέση με την οργάνωση της κοινωνίας μας και γιʼ αυτό αξίζει την προσοχή κάθε ενημερωμένου και σκεπτόμενου ανθρώπου. Είναι καιρός να μεταφραστεί και στα ελληνικά, ώστε οι Έλληνες αναγνώστες να μελετήσουν στην γλώσσα τους τα άκρως ενδιαφέροντα ευρήματά του.

Από τις ρατσιστικές υπερβολές των Δυτικοευρωπαίων του 19ου αι. φτάσαμε μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο στο σημείο να θεωρούμε όλες τις ομάδες του ανθρώπινου είδους ίσες. Δε θα πρέπει να συνεχίζουμε ν’αυταπατώμαστε. Υπάρχουν κάποιες διαφορές, που πρόσφατα αρχίζουν να μελετώνται επιστημονικά, τις οποίες ωστόσο δε μας τις φανερώνουν εύκολα για να μην προκληθούν κοινωνικές διαταραχές απ’τα αποτελέσματά τους. Μερικές φορές φτάνω γκι εγώ στο σημείο ν’αναρωτιεέμαι για παράδειγμα ν οι Έλληνες και οι Νοτιοευρωπαίοι έχουν κάποια διαφορά σε σχέση με τους πιο ανεπτυγμένους της ηπείρου κι γι’αυτό ταλαιπωρούνται από μεγάλα κοινωνικά, οικονομικά και κρατικά προβλήματα.

Παρόλο που η μέτρηση της νοημοσύνης είναι προσεγγυστική, μας δίνει πάλι αρκετά επαρκή αποτελέσματα. Πιστεύω πως θα πρέπει να γίνουν συστηματικότερες τέτοιες μελέτες στο μέλλον και σε ευρύτερα μέρητ ου πληθυσμού καθώς και προσπάθειες εύρεσης των υπεύθυνων κληρονομικών στοιχείων. Εάν αυτά βρεθούν κι αποδειχθεί σίγουρα ότι συμβάλλουν στην υψηλή νοημοσύνη, τότε ίσως ανοίξη μκια πύλη προς την περαιτέρω εξέλιξη του είδους μας. Φυσικά η τελευταία μου αυτή σκέψη δεν πιστεύω ότι θα εφαρμοστεί ποτέ για κάποιον τόσο αγαθό σκοπό, πιθανότερο είναι, αν εφαρμοστεί ποτέ γενετική μηχανική για βελτίωση της νοημοσύνης, να τη χρησιμοποιήσουν για τη δημιουργία μιας ανώτερης φυσικά και νοητικά άρχουσας τάξης, όπως υποστηρίζουν πολλά δυστοπικά σενάρια, παρά για το καλύτερο του είδους μας.

Χθες τελείωσα το βιβλίο «Το Όνειρο του Φαραώ» του Γάλλου συγγραφέα Πιερ Κομπεσκό, το οποίο ξεκίνησα το απόγευμα της 31 Δεκεμβρίου. Το είχα στα διαβαστέα βιβλία εδώ και καιρό, διάβαζα μάλιστα κι αποσπάσματά του, εντούτοις είχα αρνητικές συστάσεις για αυτό το μυθιστόρημα. Τελικά όμως το διάβασα.

Το βιβλίο, με τίτλο πρωτοτύπου (Le Songe de Pharaon (γιατί αν ψάξετε στο Διαδίκτυο γι’αυτό, τα περισσότερα αποτελέσματα είναι στα γαλλικά)), είναι ένα από τα περίπου 10 βιβλία του Γάλλου δημοσιογράφου και συγγραφέα Πιερ Κομπεσκό (Pierre Combescot), γνωστός περισσότερο στη Γαλλία παρά έξω. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι αρκετά δυσεύρετο, μολονότι το βρήκα να πωλείται σε μερικά ελληνικά διαδικτυακά βιβλιοπωλεία και γιατί όχι και σε κανονικά, και γι’αυτό απορώ πώς βρέθηκε στη συλλογή των βιβλίων που έχω στον υπολογιστή μου. Είναι 420 σελίδων.

Το μυθιστόρημα γράφτηκε το 1998 και διαδραματίζεται στη σύγχρονη Αίγυπτο τον Απρίλιο του 1993, με πολλές αναδρομές στο παρελθόν, καθώς και λίγες νίξεις για το μέλλον. Για να γίνει όμως καλύτερα κατανοητή η υπόθεση, θα πρέπει πρώτα ν’αναφέρω τους βασικούς τόπους και πρόσωπα του μυθιστορήματος. Ο κύριος τόπος είναι η πόλη του Λούξορ, το ξενοδοχείο Ουίντερ Πάλας, το ξενοδοχείο Μάρσαμ στο Γκουρνά, και το χωριό Γκουρνά στη δυτική ακτή του Νείλου, όπου υποτίθεται οι κάτοικοί του είχαν διατηρήσει τη λατρεία του φιδιού κι επιδίδονταν σε παράνομο εμπόριο αληθεινών ή πλαστών αρχαιοτήτων. Σποραδικά αναφέρονται κι άλλες τοποθεσίες της Αιγύπτου, καθώς και οι χώρες των διάφορων προσώπων κατά την αφήγηση του παρελθόντος τους.

Δεν υπάρχει κεντρικός ήρωας, αλλά πολλά άτομα, τα οποία συμμετέχουν περισσότερο ή λιγότερο σ’όλην την πλοκή. Τα κυριότερα άτομα είναι: ο Αλί, εργαζόμενος στο Ουίντερ Πάλας από το Γκουρνά, χωρίς όμως να συμμετέχει στις δραστηριότητες εκεί, και μεγάλος γυναικάς, ο Ζορζ Ψελλός, Έλληνας από οικογένεια της Αλεξάνδρειας με πάθος για το αρχαίο, που συνήθιζε να διηγείται παλιές ιστορίες στην παρέα, κι επίσης ήταν καλός πλαστογράφος (αυτός έγραψε το ευαγγέλιο της Αμνεριδίδας με σκοπό να παραπλανήσει την Αίρεση του Φιδιού κι επινόησε την ενσάρκωση του Άποφι αυτά αργότερα), που σκοτώθηκε υπό μυστηριώδεις συνθήκες, ο καλόγερος Μακέρ ή Μένας, κόπτης που συμμετείχε στη παραπλάνηση της Αιρέσεως, η Λεϊλά Μπακουρί, γεροντοκόρη κόπτισσα που αγαπούσε τον ψελλό της οποίας η οικογένεια είχε σχέση με τα φίδια, η Μυριάμ Σικυρέλ, Γαλλοεβραία ιδιοκτήτης ταξιδιωτικού πρακτορίου, που είχε σχέση κι έμεινε έγκυος από τον αρχαιολόγο της ιστορίαας ο οποίος την παράτησε και μετά αυτή συνδέθηκε με τον Αλί, ενώ ο γιος της ασχολήθηκε με τη μουσική, ο αρχαιολόγος Αντουάν Μπιφάρ, που είχε αφήσει τα πάντα για να βρει την Αμνεριδίδα, η λέδι Πέγκυ Ντε Σεθ, Αμερικανοεβραία με πολλά κοινά με την Αμνεριδίδα, χήρα του λόρδου Ντε Σεθ, ο οποίος όπως και η πρώην γυναίκα του πέθαναν υπό μυστηριώδεις συνθήκες, η μαρκισία Μαφάλντα Κανικατί, τελευταία γόνος της συγκεκριμένης οικογένειας από τη Σικελία με σχέσεις με τη μαφία, ο Γερμανός βαρόνος Μπόλκο φον Οστερόντε, ειδικός στην κρυογονική, μυθομανής και νεκροφάγος (έτρωγε πτώματα και μούμιες) συνδεδεμένος παλαιότερα με τα ss και το Δόκτορα Μέγγελε, ο Βρετανός αστυνομικός της Σκότλαντ Γιάρντ Τζακ Σλόουν, που προσπαθούσε να τους βρει χωρίς αποτέλεσμα, ο γιός του Όουεν, καλός χάκερ και συνδεδεμένος με το Βαρόνο, ο Κάρλο Ινσανγκουίνε, Ιταλός συνθέτης μέλος της Αιρέσεως, και ο Γάλλος Ιζαλαντί, μόδιστρος κι επίσης μέλος.
Όλα τα πρόσωπα, μολονότι προέρχονται από άλλοτε υψηλά κοινωνικά στρώματα κι επιφανείς οικογένειες, έχουν ξεππέσει, πολλοί είναι άσχημοι στην εμφάνιση, πέρασαν ταραχώδεις ζωές, ενώ όλοι τους είχαν άσχημη παιδική ηλικία με τραυματικές εμπειρίες και προβληματικές σχέσεις με τους γονείς τους.

Η υπόθεση διαρκεί περίπου 2 μέρες: 16 και 17 Απριλίου του 1993. Όλα τα γεγονότα περιστρέφονται γύρω από το υποτιθέμενο άνοιγμα του τάφου της Αμνεριδίδας, της τελευταίας λάτριδος του Άμμωνα. Η Αμνεριδίς, όπως έλεγε παρακάτω σε μια αναδρομική διήγηση του Ψελλού, ήταν μια Εβραία από τη Βαβυλώνα με ταραγμένη ζωή που προσχώρησε στους λάτρεις του Άμμωνα κι έγινε σημαντικό πρόσωπο από τους ιδρυτές στην Αίρεση του Φιδιού, η οποία σχετίζεται με το οφιτικό γνωστικό τάγμα. Αρκετά μέλη του μυθιστορήματος ήταν μέλη αυτής της Αιρέσεως, η οποία πίστευε εν ολίγοις ότι οι θεοί έρχονται και παρέρχονται, αλλά το φίδι παραμένει σ’όλες τις θρηυσκείες κι εποχές. Είχαν ιδιαίτερη σχέση με τις κόμπρες, ενώ ο Άποφις, ο αιγυπτιακός θεός φίδι του χάους, τον οποίον ο Μπόλκο αποκαλούσε «Βαρόνο Άποφι», έπαιζε βασικό ρόλο. Ως ενσάρκωση του Άποφι χρησιμοποίηθηκε η βασιλική κόμπρα, η οποία ήταν και το μέσο εκτέλεσης για όσους είχαν αμφίβολη σχέση με την Αίρεση. Επίσης θεωρούσαν την αιγυπτιακή συκομουριά ως το δέντρο της γνώσεως στον Παράδεισο της Γενέσεως, απ’όπου σφύριξε το φίδι στην Έβα με σκοπό ν’απελευθερώσει τον άνθρωπο από το Θεό. Η Αίρεση αυτή είχε αποκτήσει χαρακτήρα πολυεθνικής στην εποχή της αφήγησης, ελέγχοντας πολλές εφημερίδες και συγκροτήματα.

Κατά τη μέρα έναρξης της αφήγησης λοιπόν, διάφορα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Η Αμερικανίδα τραγουδίστρια που θα τραγουδούσε έναν ύμνο κατά το άνοιγμα του τάφου και η αγαπημένη εξημερωμένη κόμπρα της Αίρεσης πέθαναν υπό μυστηριώδεις συνθήκες στην πισίνα του Ουίντερ Πάλας, ενώ παράλληλα ακούγονταν φήμες για αυτοκτονίες φιδιών στα νερά. Την ίδια μέρα με το πλοίο «Όσιρις» θα κατέφθαναν στο ξενοδοχείο τα μέλη της Αιρέσεως. Τη μέρα του ανοίγματος υποτίθεται ότι θα συνέρεε πολύς κόσμος, ενώ είχε κανονιστεί ένα ρέιβ πάρτι νέων σ’ένα νησί του Νείλου, αλλά και μια επίθεση εξτρεμιστών μουσουλμάνων στο φράγμα του Ασουάν για τη δημιουργία τεράστιας καταστροφής και πανικού. Έπειτα ο συγγραφέας κάνει εκτενέστατες αναδρομές στο παρελθόν ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα την ιστορία του κάθε προσώπου, τις σχέσης του με τ’άλλα, συνεπώς και τους λόγους και τα κίνητρα των πράξεων του καθενός. Περιληπτικά έγραψα για τα πρόσωπα παραπάνω, και οι βασικές σχέσεις είναι πλέον κατανοητές. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι τέτοια αφήγηση, που χωρίς αυτήν όμως δε θα μπορούσε να βγει νόημα από το τέλος. Τελικά την επόμενη μέρα τα μέλη κατέφθασαν, η τρομοκρατική επίθεση δεν έγινε αλλά ο πανικός είχε ήδη σκορπιστεί, οι μάταιες ανασκαφές συνεχίζονταν υπό την παρακολούθηση του αρχαιολόγου χωρίς να’ρθει καθόλου κόσμος όπως υποτίθεται προβλεπόταν, και ο αρχαιολόγος μετά τη μεγάλη απογοήτευσή του συναντήθηκε μαζί με την πρώην του, τη Λεϊλά, τον Αλί και το Μοναχό για να συμφιλιωθούν ύστερα απ’όλη αυτήν την περιπέτεια, ενώ ο η λέδη Ντε Σεθ διαμελίστηκε και φαγώθηκε ζωντανή από ομάδα νέων υπό την επίρροια ναρκωτικών στο πάρτι, και η Κανικατί πέθανε στον τάφο του Μπόλκο, που ήταν χτισμένο ςκάτω απ’τον πύργο του στο Γκουρνά, όπου επίσης αυτοκτόνησε ο Βαρόνος σκοτώνοντας και τον εραστή του Όουεν, θέλοντας να πεθάνει έτσι σαν το Χίτλερ. Εκείνος ο τάφος ήταν το «Όνειρο του Φαραώ». Η Αίρεση πλέον είχε διαλυθεί. Η Αμνεριδίδα δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια απάτη.

Στο τέλος ο αναγνώστης μένει μ’ένα αίνιγμα. Υπάρχει η σημείωση του εκδότη ο οποίος υποτίθεται ότι πήγε στην Αίγυπτο για να δει τα μέρη της εξέλιξης του μυθιστορήματος. Βρήκε όλους τους τόπους, και ρώτησε επίσης για τα πρόσωπα. Κανείς δεν έδειχνε να ξέρει για κανέναν εκτος από το γιατρό που αναφερόταν στο βιβλίο, ώσπου πήγε στο Γκουρνά. Εκεί ρώτησε σε μια παρέα νέων στο ξενοδοχείο Μάρσαμ για την οικογένεια Μπαντχαβί (η οικογένεια του Αλί με μεγάλη δραστηριότητα στο χωριό κατά το μυθιστόρημα). Ένας νέος πήγε να μιλήσει, αλλά δυο άλλοι τον εμπόδισαν. Την επόμενη μέρα το παιδί αυτό τον φώναξε στο μπαλκόνι του. Μόλις πήγε εκεί ο νέος όμως είχε εξαφανιστεί. Ο εκδότης βρήκε εκεί προς έκπληξή του το τσεκούρι του δημίου του Βερολίνου, του θετού πατέρα του Μπόλκο, κι έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Πληκτρολόγισε τη διεύθυνση του βιβλίου. Κάθε σελίδα όμως που έβγαζε σύντομα καταπινόταν από ένα κόκκινο φιδάκι, το οποίο στο τέλος χανόταν κι όλα εκμηδενίζονταν.

Όλο το μυθιστόρημα αποπνέει την αίσθηση της ματαιότητας, της παρακμής και του θανάτου. Ο συγγραφέας πιθανόν ήθελε να περάσει το μήνυμα ότι όλες οι θρησκείες είναι μάταιες, προσπαθούν να ξορκίσουν το θάνατο και τον εκμηδενισμό ο οποίος όμως θα’ρθει κάποτε σ’όλους μας. Οι εικόνες του βιβλίου: το τοπίο, ο Νείλος, τα κτίρια, οι άνθρωποι, εκφράζουν παρακμή, ταλαιπωρία και ξεπεσμό. Αλλά και οι παρομοιώσεις και τα υπόλοιπα σχήματα λόγου εκφράζουν την παρακμή, το θάνατο και την αποσύνθεση. Το χώμα της Αιγύπτου ζυμωμένο απ’τους νεκρούς, οι ταλαιπωρημένοι φοίνικες, ο σκοτεινός Νείλος των νεκρών, το φτωχικό Γκουρνά, τα αδυνατισμένα ζώα, τα γυμνά παιδάκια, οι σωροί των παλιών άχρηστων αντικειμένων στον τάφο του Βαρόνου, εκφράζουν αυτό ακριβώς το πράγμα. Δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικές παρομοιώσεις που μου έμειναν ήταν αυτή που είπε η Λεϊλά νιώθοντας μόνη, σαν τη Σελήνη έλεγε που κοιτάζει τη Γη που βγάζει σύννεφα νεκρών, ένα άσπρο απολίθωμα φτιαγμένο από τα κόκκαλά μας. Την άλλη την είπε ο Μπόλκο για την προβλεπόμενη ανατίναξη του φράγματος και το θάνατο όλων των νέων στο μεγάλο πάρτι, ότι όλοι εκεί οι συγκεντρωμένοι ήταν σάρκες που θα σάπιζαν, οι ψυχές τους θα διαβρώνονταν στην άλμη του ποταμού, και τα σώματά τους θα έβγαιναν στη Θάλασσα σαν τα περιττώματα της Γης. Ο συγγραφέας ακόμα φαίνεται να θεωρεί τις θρησκείες διόδους μεταλλαγής ή και έκφρασης των καταπιεσμένων ενστίκτων μας, όπως αυτού της αιμομειξίας και του κανιβαλισμού.

Το ύφος του συγγραφέα είναι ζωντανό, με επαρκείς περιγραφές και ζωντανούς διαλόγους όπου χρειάζεται. Οι αναδρομικές παρενθέσεις είναι ωστόσο πολύ μεγάλες, και γι’αυτό επισημαίνω στον ο αναγνώστη να θυμάται πού έμεινε για να βρει μετά και πάλι τη συνέχεια της σύγχρονης αφήγησης. Όσο προχωρά η πλοκή, ο αναγνώστης θ’αρχίζει να σχηματίζει ολοκληρωμένη εικόνα.

Τελικά όλος ο αγώνας, το ανακάτεμα, οι έχθρες και τα μίση, οι θάνατοι, για το τίποτα. Για κάτι που αποδείχθηκε φάρσα, απάτη. Ίσως Τίποτα δεν έχει αξία τελικά, γι’αυτό θα πρέπει να είμαστε όλοι αγαπημένοι, χωρίς μίση και φανατισμούς. Όσοι μου έκαναν τις αρνητικές συστάσεις πιθανόν παρέμειναν στην διαστροφή που καταδεικνύει ο χαρακτήρας πολλών προσώπων, χωρίς να διεισδήσουν στο εσωτερικό νόημα του βιβλίου. Εγώ έχω να πω ότι μου άρεσε αρκετά και θα το συνιστούσα ανεπιφύλακτα σ’οποιονδήποτε ανοιχτό σε κάπως διαφορετικά βιβλία.

Χθες το απόγευμα πήγα στο Οντεόν για να δω την ταινία που παίζεται αυτό το διάστημα, το Ταγκό των Χριστουγέννων. Η ταινία σκηνοθετήθηκε από το Νίκο Κουτελιδάκη και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη.
Το έργο διαδραματίζεται σ’ένα στρατόπεδο του Έβρου το 1970, στην εποχή της Χούντας. Οι φωτογραφίες του Παπαδόπουλου τονίζουν αυτό το στοιχείο. Εκεί, κατά την προετοιμασία για τη γιορτή των Χριστουγέννων, ο υπολοχαγός Στέφανος Καραμανίδης ζητάει να μάθει να χορεύει ταγκό για να χορέψει με τον κρυφό του έρωτα, τη Ζωή, τη γυναίκα του συνταγματάρχη Μανώλη Λόγγου. Ένας φαντάρος, ο Λάζαρος Λαζάρου, αναλαμβάνει να του μάθει χορό. Τελικά η γιορτή γίνεται κι ο υπολοχαγός κατάφερε να χορέψει με το αντικείμενο του πόθου του. Έπειτα η πλοκή εξελίσσεται πολύ γρήγορα, και φτάνει μετά από πολλά χρόνια όπου ο Λάζαρος εντελώς τυχαία συνάντησε σ’ένα φαρμακείο ένα νεαρό και μια κοπέλα, που ήταν αδέρφια κι έψαχναν φάρμακα για την ηλικιωμένη μάνα τους. Ο Λάζαρος τότε συνειδητοποίησε ότι ο νεαρός έμοιαζε με τον Καραμανίδη και τον ρώτησε γι’αυτό, αλλ’εκείνος του απάντησε πώς τον έλεγαν Λόγγο. Λίγο αργότερα τελειώνει η ιστορία. Προφανώς ο Καραμανίδης άφησε τη γυναίκα του Λόγγου έγκυο, και μετά, επειδή η οικογένεια Λόγγου πήρε μετάθεση στην Αθήνα, δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ.
Το έργο έχει καλές κριτικές, αν και οι περισσότερες το ψέγουν ως βιαστικό προς το τέλος, που πράγματι είναι, αλλά πώς αλλιώς θα έφτανε ο χρόνος;
Είναι μια ποιοτική ελληνική ταινία που θά’ταν καλό να πάτε να τη δείτε.

Και όπως είναι λογικό, πολλοί συγκινήθηκαν μ’αυτήν την ταινία, ακόμα κι εγώ που δεν επηρεάζομαι εύκολα ένιωσα κάπως προς το τέλος. Μετά όμως σκέφτηκα ότι το απόσταγμα είναι ένα: ότι αν εφαρμοζόταν αντισύλληψη δε θα υπήρχε και υπόθεση, δηλαδή ούτε το βιβλίο δε θα γραφόταν. Μόνο το δικό μου μυαλό θα μπορούσε να σκεφτεί έτσι.

Πρόσφατα τελείωσα ένα πολύ ωραίο και συναρπαστικό βιβλίο του διάσημου Αμερικανού συγγραφέα Μάικλ Κράιτον (Michael Crichton), με τίτλο «Το κράτος του φόβου». Το βιβλίο αυτό είναι ένα επιστημονικό θρίλερ περίπου 640 σελίδων, που πραγματεύεται το θέμα της παγκόσμιας υπερθέρμανσης.
Το βιβλίο γράφτηκε το 2004. Η υπόθεσή του είναι η εξής: Το 2003, έγινε μια αγωγή από το φανταστικό νησιωτικό κράτος του Ειρηνικού Βανούτου (όχι Βανουάτου) εναντίον της Περιβαλλοντικής υπηρεσίας των Η.Π.Α., επειδή η χώρα αυτή εκπέμπει τη μεγαλύτερη παγκοσμίως ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα με αποτέλεσμα την επιδείνωση της παγκόσμιας υπερθέρμανσης, την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και τελικά την κάλυψη των κοραλιογεννών νησιών του κράτους. Μία μεγάλη αμερικανική περιβαλλοντική οργάνωση αναλαμβάνει την υπόθεση, βάζοντας πολλούς επιστήμονες να δουλεύουν για την υπεράσπιση της παγκόσμιας υπερθέρμανσης. Κύριος ήρωας του βιβλίου είναι ο δικηγόρος Πίτερ Έβανς, ο οποίος δουλεύει σε μια δικηγορική εταιρεία με πελάτες κυρίως περιβαλλοντικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένης κι αυτής. Ο Τζορτζ Μόρτον, ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος, είναι ο κύριος χρηματοδότης της οργάνωσης. Ο Έβανς επισκέπτεται το χώρο όπου δουλεύουν οι επιστήμονες για την αγωγή και μαθαίνει ότι τα δεδομένα δε δείχνουν την υποτιθέμενη υπερθέρμανση, κι αυτό που έκαναν τόσοι επιστήμονες εκεί ήταν να προσπαθούν να τα τροποποιούν ώστε να ταιριάζουν με τη θεωρία, αν κι ο ίδιος αρχικά δεν πείθεται γι’αυτό. Εντωμεταξύ ο Μόρτον πληροφορείται και τελικά πείθεται από τον καθηγητή Τζον Κένερ, μέλος μιας μυστικής υπηρεσίας, ότι αυτή η οργάνωση συνδέεται με μια οικοτρομοκρατική οργάνωση και τον ακολουθεί. Αποφασίζει λοιπόν ν’αποσύρει τη χρηματοδότησή του και να δώσει μόνο ένα προγραμματισμένο ποσό τμηματικά, προκαλώντας την οργή του Νίκολας Ντρέικ, του αρχηγού της οργάνωσης. Μετά απ’αυτό υποτίθεται ότι πεθαίνει σ’ένα αυτοκινητικό ατύχημα, αφού είχε πληροφορήσει συνοπτικά τον Έβανς και τη βοηθό του Μόρτον Σάρα, με την οποία ο Έβανς είχε ιδιαίτερη σχέση, για τη δουλειά που έπρεπε να συνεχίσουν. Στην πραγματικότητα όμως το ατύχημα ήταν σκηνοθετημένο ώστε να μην τον ψάχνει ο Ντρέικ, κι ο ίδιος έγινε κατάσκοπος στην εγκληματική οργάνωση. Έπειτα αυτούς τους βρίσκει ο Κένερ, με τον οποίον ξεκινούν τη δύσκολη αποστολή του. Συμμετέχει επίσης ο Σαν Τζονγκ, ο οποίος είναι συνεργάτης του Κένερ, ένας Νεπαλέζος ειδικός στους υπολογιστές και τις παραβιάσεις δικτύων.
Σκοπός της οργάνωσης ήταν να προκαλέσει τεχνητά κάποιες μεγάλες φυσικές καταστροφές, οι οποίες θα συνέπεφταν μ’ένα συνέδριο της περιβαλλοντικής οργάνωσης του Ντρέικ για της αιφνίδιες κλιματικές αλλαγές, ώστε να υπάρξει μεγάλη δημοσιότητα για το γεγονός και να συγκεντρωθούν πολλά χρήματα. Πρώτα λοιπόν πήγαν στην Ανταρκτική, όπου απενεργοποίησαν εκρηκτικά τα οποία είχαν σκοπό ν’αποκόψουν ένα μεγάλο παγόβουνο, μετά κατευθύνθηκαν στις δυτικές Η.Π.Α., όπου σχεδιαζόταν μια ισχυρή καταιγίδα με πολλούς κεραυνούς, που όμως δεν κατάφεραν να τους σταματήσουν, αλλά έδωσαν σήμα κινδύνου, και τέλος κατέληξαν στα νησιά του Σολομώντα, όπου απενεργοποίησαν μερικά από κάποια εκρηκτικά σχεδιασμένα ώστε να προκαλέσουν τεχνητό τσουνάμι. Εκεί συμμετείχε και η Τζένιφερ Χέινς, πρώην μέλος της ομάδας για την αγωγή, ήρθε μαζί με την ομάδα ως κατάσκοπος της περιβαλλοντικής οργάνωσης ο γνωστός ηθοποιός Τεντ Μπράντλεϊ, ο οποίος όμως φαγώθηκε από τους ιθαγεννείς, κι εμφανίστηκε κι τελικά ο Μόρτον. Το τσουνάμι τελικά έγινε, αλλά πολύ μικρότερης έντασης. Στο ταξίδι η ομάδα συνάντησε σοβαρές δυσκολίες, και η ζωή τους συχνά απειλούταν άμεσα. Ωστόσο κατάφεραν στο τέλος να νικήσουν. Από την τρομοκρατική οργάνωση, κάποια μέλη σκοτώθηκαν. Η οργάνωση αυτή επίσης δολοφονούσε όσους υποψιαζόταν για κατασκοπία εναντίον της χρησιμοποιώντας παράξενες μεθόδους, όπως το δηλητηριώδες χταπόδι της Αυστραλίας από το οποίο κινδύνευσε κι ο ήρωας.
Επιστρέφοντας πίσω στο Λος Άντζελες, η ομάδα σχεδίαζε να ιδρύσει μια νέα περιβαλλοντική οργάνωση για τη διαχείριση των βιοτόπων και τη μόλυνση. Μετά το θάνατο του Μόρτον, σχεδιαζόταν να συνεχίσουν το έργο ο Έβανς και η Σάρα.

Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει μια εκτενής βιβλιογραφία μ’όλες τις επιστημονικές πηγές του συγγραφέα, και μετά ο συγγραφέας μας παραθέτει την άποψή του για την κλιματική αλλαγή. Εν ολίγοις πιστεύει ότι η παγκόσμια υπερθέρμανση δεν υπάρχει, ή κι αν υπάρχει είναι αμελιταία και δεν είναι σίγουρο ότι προκαλείται από τον άνθρωπο, κι ότι ακόμα δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για το κλίμα. Πιστεύει ότι χρησιμοποιείται από τους πολιτικούς και τα μμε για να μας δημιουργήσουν φόβο, όπως συχνά γίνεται πραγματικές ή τεχνητές κρίσεις να χρησιμοποιούνται από την άρχουσα τάξη γοια να μας κρατήσει υπό έλεγχο. Πιστεύει ακόμα ότι συχνά οι επιστήμονες τροποποιούν τα ευρήματά τους ώστε να συμφωνούν με την κρατούσα άποψη για να εξασφαλίσουν χρηματοδοτήσεις.
Μετά ο συγγραφέας επισημαίνει τα προβλήματα που μπορούν να προκύψουν από την πολιτικοποίηση της επιστήμης, και πώς θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την προάσπιση κάποιον πολιτικών συμφερόντων, δίνοντας δύο ιστορικά παραδείγματα, αυτό της ευγονικής και του λισενκοϊσμού, και τις καταστροφές που έφεραν.

Είναι ένα βιβλίο γεμάτο δράση, πολλές στιγμές με αγωνία, κι επίσης προβληματίζει τον αναγνώστη για το θέμα της παγκόσμιας υπερθέρμανσης και για την ανάμειξη της επιστήμης με την πολιτική γενικότερα. Το θεωρώ ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει αυτό το διάστημα.
Παρόλα αυτά, το βιβλίο δέχθηκε πολλές αρνητικές κριτικές από επιστήμονες και υποστηρικτές της παγκόσμιας υπερθέρμανσης για διαστρεύλωση των επιστημονικών δεδομένων κι ευρημάτων.

Η δική μου άποψη, προς το παρόν τουλάχιστον, για την κλιματική αλλαγή είναι ότι, όπως δείχνουν τα δεδομένα και οι παρατηρήσεις, όντως υπάρχει και πιθανότατα προκαλείται από την ανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά δεν είναι τόσο σοβαρή όπως παρουσιάζεται. Ο Πλανήτης περνά συχνά από τέτοιες μικρομεταβολές χωρίς σημαντικές επιπτώσεις. Εμείς, ως ευπροσάρμοστο είδος, πιστεύω ότι θ’ανταπεξέλθουμε σχετικά εύκολα στις πιθανές αλλαγές, οι οποίες μάλλον δε θα’ρθουν απότομα. Ίσως τέλος λίγη υπερθέρμανση αποδειχθεί ωφέλιμη, βγάζοντας τον Πλανήτη από τις εναλλαγές παγετωνικών και μεσοπαγετωνικών περιόδων που τον έχουν διαταράξει στον πρόσφατο γεωλογικό χρόνο.

Πριν τρεις μέρες τέλειωσα το κατασκοπευτικό μυθιστόρημα “Το τραγούδι της ιεραποστολής” του Τζον λε Καρέ. Πολύ καλό βιβλίο.
Ο Τζον λε Καρέ (John le Carre) είναι Βρετανός συγγραφέας κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων. Ολόκληρο το πραγματικό του όνομα είναι David John (Moore) Cornwell, το λε Καρέ είναι το καλλιτεχνικό του.

Το βιβλίο αυτό είναι υποτίθεται αυτοβιογραφικό και το διηγείται ο Μπρούνο Σαλβαντόρ, που τον φωνάζουν Σάλβο, ένας μειγάς γιος ενός ιεραποστόλου και μιας Κονγκολέζας από την Αφρική. Σε ηλικία 10 ετών έχασε τον πατέρα του και με τη βοήθεια της καθολικής εκκλησίας μετανάστευσε στη Βρετανία, όπου έμεινε σ’ένα ορφανοτροφείο, κι επειδή είχε ταλέντο στις αφρικανικές γλώσσες, με υποστηριξη κατάφερε να γίνει επίσημος διερμηνέας. Ως διερμηνέας δούλευε σε δικαστήρια, νοσοκομία, εταιρείες, αλλά και στις μυστικές υπηρεσίες. Αργότερα παντρεύτηκε μια μεγάλη δημοσιογράφο.
Μια μέρα λοιπόν τον κάλεσαν οι μυστικές υπηρεσίες για να διερμηνεύσει σε μια σημαντική σύσκεψη η οποία υποτίθεται είχε σκοπό να φέρει την ειρήνη και την ανάπτυξη στο ανατολικό Κονγκό. Πριν όμως φύγει ο Σάλβο, γνώρισε μια Κονγκολέζα νοσοκόμα στην οποία βρήκε το έτερον ήμισι. Η σύσκεψη έγινε σ’ένα νησί της Βόρειας Θάλασσας άγνωστο για το διερμηνέα, ανάμεσα σ’εκπροσώπους μιας μεταλλευτικής εταιρείας και μαύρους αρχηγούς φυλών κι επιχειρηματίες.
Η αλήθεια όμως αποδείχθηκε διαφορετική. Ο πραγματικός στόχος της σύσκεψης ήταν να γίνει ένα πραξικόπημα στο Κονγκό δημιουργώντας πρώτα κάποιες μικροταραχές ώστε τελικά ν’αναδειχθεί ο δικός τους βαλμένος “σωτήρας”, ο οποίος θά’φερνε την ειρήνη και θα έδιωχνε τους Ρουαντέζους από τα ορυχία του ανατολικού Κονγκό, κι έτσι η εταιρεία θα μπορούσε να εκμεταλλεύεται αποκλειστικά τον ορυκτό πλούτο χωρίς μικροπολέμους και την ανάμειξη της Ρουάντας, ενώ ο λαός δε θα κέρδιζε απολύτως τίποτα. Άθελά του λοιπόν, ο διερμηνέας έγινε συνεργός σ’ένα μεγάλο έγκλημα.
Γυρίζοντας πίσω, πήρε παράνομα αποδεικτικά στοιχεία όπως σημειώσεις του και καταγεγραμμένες συνομιλίες, και προσπάθησε να πείσει αρχές, εφημερίδες, ακόμα και τον πρόεδρο των μυστικών υπηρεσιών για την παράνομη αυτή συμφωνία, χωρίς όμως κάποιο αποτέλεσμα, αφού δεν παρουσίαζε τα σημαντικότερα αποδεικτικά στοιχεία, φοβούμενος μην τον συλλάβουν. Τελικά η απόπειρα του πραξικοπήματος έγινε, με τρομερή όμως αποτυχία.
Λίγο μετά συνέλαβαν τη σύντροφό του κι απελάθηκε στο Κονγκό, δήθεν για πράξεις που θεωρήθηκαν παράνομες, και σύντομα συνελήφθη κι ο ίδιος για παράνομη κατοχή απόρρητων στοιχείων. Η βρετανική του υπηκοότητα ανακλήθηκε ως πλαστή, κι ο Σάλβο απελάθηκε πίσω στο Κονγκό. Το βιβλίο αυτό υποτίθεται το γράφει για το γιο της συντρόφου του στην Αφρική, τον οποίο θεωρεί κι ως δικό του, ενώ βρίσκεται στη φυλακή περιμένοντας την απέλασή του.

Αν και τα συγκεκριμένα πρόσωπα και γεγονότα είναι φανταστικά, το βιβλίο δίνει μια ρεαλιστικότατη εικόνα για την κατάσταση που επικρατεί στην
Αφρική, με τη φτώχια, τη ιαφθορά, τους συνεχείς πολέμους και την ανάμειξη ξένων δυνάμεων να καθυστερούν την ανάπτυξη εκείνων των κρατών. Αυτός είναι κι ο σκοπός του συγγραφέα, να ευαισθητοποιήσει το δυτικο κόσμο για τα δεινά της Αφρικής, για τα οποία δεν πληροφορούμαστε σχεδόν καθόλου. Το βιβλίο αυτό είναι πολύ καλό, και προτείνω να το διαβάσετε.

Σήμερα παρακολούθησα την αρκετά γνωστή τελευταία ταινία του Κυνόδοντα από dvd.
Η ταινία αυτή σκηνοθετήθηκε από το Γιώργο Λάνθιμο και έχει λάβει πολλά ευρωπαϊκά βραβεία. Έβαλε υποψηφιότητα για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, έφτασε ως την τελική πεντάδα, αλλά δεν κέρδισε το βραβείο. Η περμιέρα της ήταν στις 22 Οκτωβρίου του 2010, αλλά πρόσφατα το dvd της διανεμόταν δωρεάν από την εφιμερίδα Έθνος.
Πάνω-κάτω η περίληψή της είναι ότι υπήρχε μια οικογένεια (ένας πατέρας, μια μητέρα, ένας γιος, μια μεγάλη και μια μικρή κόρη), η οποία ζούσε σε μια απομακρυσμένη μονοκατοικία περιτριγυρισμένη από ψηλό φράχτη. Τα παιδιά δεν είχαν βγει ποτέ απ’το σπίτι τους. Ο μόνος που δείχνει ότι έφευγε συχνά ήταν ο πατέρας, ο οποίος δούλευε σε εργοστάσιο. Ο μόνος ξένος άνθρωπος που έμπαινε εκεί ήταν η Χριστίνα, μια φρουρός του εργοστασίου, με σκοπό να κατευνάσει τις σεξουαλικές ορμές του γιου. Οι γονείς ανατρέφουν τα παιδιά όπως αυτοί νομίζουν ότι είναι σωστό. Τη μεγαλύτερη εξουσία την έχει ο πατέρας. Η ταινία δείχνη τη ζωή της οικογένειας και τον απάνθρωπο τρόπο ανατροφής κι εκπαίδευσης των παιδιών. Προς το τέλος ο πατέρας αποφασίζει να διώξει τη Χριστίνα επειδή πιστεύει ότι φέρνει αναταραχές στο σταθερό περιβάλλον της οικογένειας. Στο τέλος, η μεγάλη κόρη καταφέρνει να ξεφύγει απο εκείνο το σπίτι-φυλακή.
Όταν βλέπουμε αυτήν την ταινία, δε θα πρέπει να την ερμηνεύουμε κυριολεκτικά. Η ταινία αυτή έχει καθαρά
αλληγορική σημασία.Θέλει να μας δείξει τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία και η ευρύτερη κοινωνία που ζούμε μας χειραγωγεί και μας ελέγχει, μεσα σ’έναν ψεύτικο κόσμο με ψεύτικες αλήθειες, ψεύτικους εχθρούς, ψεύτικες επιβραβεύσεις κλπ.
Εγώ δεν είχα σκεφτεί καμία από αυτές τις συμβολικές ερμηνείες αυτής της ταινίας. Να τη δείτε, αλλά εξετάζοντας πάντα τα μηνύματα που κρύβονται από πίσω και όχι εμμένοντας στο εξωτερικό.

Το περασμένο σαββατοκύριακό διάβασα ένα όχι και πολύ γνωστό βιβλίο με τίτλο “Τα ημερολόγια του Τέρνερ”. Μου το έστειλε δια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ο Χάμπος007, ο οποίος το κατέβασε από το γαμάτο, που τώρα έχει ξανακλείσει.
Το βιβλίο αυτό δεν είναι και τόσο γνωστό ίσως γιατί είναι σχετικά μικρό, ίσως γιατί ο συγγραφέας του είναι άγνωστος, αλλά μάλλον ο κύριος λόγος είναι ότι είναι έντονα ρατσιστικό. Το έγραψε ο Γουίλιαμ Λούθερ Πιρς, με το ψευδώνυμο Άντριου Μακντόναλτ, ένας Αμερικανός υποστηρικτής του λευκού εθνικισμού (νεοναζιστής) το 1978. Από τότε έγιναν νεότερες εκδόσεις για να διορθωθούν οι ημερομηνίες.
Το βιβλίο αυτό είναι μια εξ ολοκλήρου φανταστική ιστορία. Ξεκινά υποτίθεται με την ανακάλυψη ενός ημερολογίου το 2099, 100 χρόνια μετά την αφήγηση των γεγονότων. Το ημερολόγιο αυτό το είχε γράψει ένας ονόματι Ερλ Τέρνερ, μέλος μιας τρομοκρατικής ρατσιστικής οργάνωσης που σκοπό είχε να ανατρέψει την κυβέρνηση της Αμερικής και αργότερα να κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο εφαρμόζοντας τις ιδέες του Χίτλερ.
Το ημερολόγιο ξεκινά το 1989 ύστερα από την κατάσχεση όλων των πολιτικών όπλων από την κυβέρνηση. Μετά απ’αυτό η Οργάνωση μπαίνει σε δράσει αρχίζοντας έναν ανταρτοπόλεμο εναντίον του συστήματος. Η πρώτη της μεγάλη τρομοκρατική ενε΄ργεια ήταν ο βομβαρδισμός του κεντρικού κτιρίου του FBI. Ύστερα απ’αυτό, ο πρωταγωνιστής μυήθηκε σ’ένα εσωτερικό τάγμα της Οργάνωσης, τα μέλη του οποίου είναι έτοιμα να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους για τις αξίες και τα ιδανικά της Οργάνωσης. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις, οι δολιοφθορές και οι δολοφονίες στελεχών της κυβέρνησης και της αστυνομίας συνεχίζονται. Κάποια στιγμή ο πρωταγωνιστής συλλαμβάνεται από την αστυνομία, αλλά μετά από κάποιο διάστημα αποδρά. Εν τω μεταξύ το έργο της οργάνωσης συνεχίζεται κανονικά. Τελικά η Οργάνωση καταλαμβάνει την νότια Καλιφόρνια συμπεριλαμβανομένης και της αεροπορικής βάσεις του Βάντεμπεργκ με τα πυρηνικά όπλα. Οργανώνει το μέρος σύμφωνα με τα ιδανικά της (εξόντωση ή αποπομπή μη λευκών) και από εκεί ξεκινά πόλεμο με την κυβέρνηση. Επειδή έχει πολλούς δικούς της μέσα στην κυβέρνηση και στο στρατό, μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων τις προθέσεις του κράτους και ελέγχει μεγάλο μέρος του στρατού. Εξαπολύει πυρηνικές επιθέσεις στη Νέα Υόρκη και το Ισραήλ. Επειτα απ’αυτό, αναμιγνύεται και η Σοβιετική ένωση ρίχνον΄τας πυρηινκές βόμβες στην Αμερική. Η Οργάνωση απαντά με πυρηνικά όπλα. Στο τέλος η επικράτηση της Οργάνωσης επεκτείνεται και σ’άλλες περιοχές της Αμερικής και το σύστημα καταλύεται. Το ημερολόγιο τελειώνει το 1999 με τον πρωταγωνιστή να πετά πάνω απ’το Πεντάγωνο για να ρίξει μια πυρηνική βόμβα με σκοπό να εξαλείψει και το τελευταίο ίχνος του συστήματος όπου και σκοτώνεται. Ο επίλογος αναφέρει πώς η οργάνωση προχώρησε στην κατάκτηση όλου του κόσμου και πώς εξολοθρεύθηκαν όλες οι άλλες φυλές εκτός της Άριας.
Σύμφωνα με την οργάνωση, η Άρια φυλή είναι η ανώτερη και όλες οι υπόλοιπες εμποδίζουν την πρόοδό της. Οι νέγροι έχουν φέρει τη διαφθορά και την κατάπτωση του συστήματος και την απειθαρχία του στρατού. Παρουσιάζονται ως βλάκες, ανοργάνωτοι και κατεχόμενοι από ζωώδη ένστικτα. Αντίθετα οι Εβραίοι παρουσιάζονται ως πανέξυπνοι, παμπόνηροι και καλοί στην πειθώ και την προπαγάνδα. Είναι αυτοί που βρίσκονται πίσω από το σύστημα και κινούν τα πάντα. Αυτοί πρέπει να εξολοθρευθούν όσο το γρηγορότερο δυνατόν. Ο πρωταγωνιστής πιστεύοι ότι η πλειονότητα του αμερικανικού λαού έχει επηρεαστεί από την προπαγάνδα των Εβραίων και ενδιαφέρεται μόνο για την καλοπέρασή της. Οι μεν αριστεροί θεωρούνται όργανα των Εβραίων, οι δε συντηριτικοί και οι φιλελεύθεροι ως βλάκες επηρεασμένοι κι αυτοί από τους Εβραίους.
Η οργάνωση αυτή συμπεριφέρεται πολύ απάνθρωπα στις υπόλοιπες φυλές καθώς και στους αποστάτες ή όσους διαφωνούν ή έχουν την υποψία ότι διαφωνούν με τις ιδέες της Οργάνωσης εκτελώντας τους με συνοπτικές διαδικασίες. Στο τέλος δημιουργήθηκε ο ιδανικός κόσμος για την Άρια Φυλή, όπως τον οραματιζόταν ο Αδόλφος Χίτλερ.
Εντύπωση μου έκανε η ευκολία με την οποία έκαναν τις τρομοκρατικές ενέργειες, έμεναν κρυμμένοι, κατασκόπευαν την αστυνομία και το σύστημα, είχαν τη συμφωνία του στρατού και η μη χρήση βαρέος οπλισμού, η έλλειψη μεγάλης ανάμιξης άλλων κρατών στην υπόθεση ή εισβολείς μιας άλλης δύναμης στην Αμερικής σ’εκείνη την περίοδο αδυναμίας. Αυτά βέβαι έγιναν για την ταχεία εξέλιξη της όλης υπόθεσης. Αν ο συγγραφέας έβαζε όλες αυτές τις δυσκολίες, το βιβλίο θα γινόταν μεγάλο και βαρετό.
Αρχικά το βιβλίο αυτό μου κίνησε την περιέργεια και μου δημιουργούσε αγωνία και ήθελα να το συνεχίσω, αλλά σιγά-σιγά άρχισε να μη μ’αρέσει. Είναι ένα ρατσιστικό παραλείρημα στην ολότητά του. Εάν θέλετε μπορείτε να το διαβάσετε, αλλά και αν δεν το διαβάσετε δε θα χάσετε και κάτι σημαντικό.

Το βιβλίο αυτό επίσης ενέπνευσε και
μερικά πραγματικά εγκλήματα.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.