Μέρος φυτού λουίζας, προσέξτε τα ανά τρία φύλλα και την απλωτή ανάπτυξη.

Αρχικά γυναικείο όνομα, σήμερα όταν το ακούμε συνήθως μας έρχεται στο μυαλό το βότανο κι έπειτα ίσως το όνομα. Η λουίζα είναι από τα πιο γνωστά σ’όλους μας αρωματικά βότανα που δίνει καλό τσαάι με πλούσια οσμή και γεύση λεμονιού. Αρχικά καταγόταν από τη Νότια Αμερική, σήμερα όμως έχει εξαπλωθεί σε σχεδόνο όλον τον κόσμο.

Χώρες όπου φύεται άγριο είναι η Αργεντινή, η Παραγουάη, η Βραζιλία, η Ουρουγουάη, η Χιλή, η Βολιβία και το Περού, όπου μπορεί να βρεθεί σε υποτροπικές ορεινές, αλλά και σε χαμηλότερες περιοχές. Έχει επιστημονικό όνομα Aloysia citriodora (ΑλοΫσία η κίτροσμος), κι ανήκει στην οικογένια των βερβενιδών (verbenaceae). Το φυτό είναι αραιός θάμνος ύψους 2-3 μέτρων, αν και συνήθως σε καλλιέργεια φτάνει το 1,5-2 μέτρα, με λεπτούς βασικούς ξυλώδεις βλαστούς και μακριά, στρεβλά λεπτά κλαδιά που ξεφεύγουν προς πολλές κατευθύνσεις (το οριζόντιο μεγάλο κλαδί της φωτογραφίας), χωρίς πολλές διακλαδώσεις, τα οποία φέρουν λογχοειδή, οξύληκτα, μαλακά, ανοιχτοπράσινα, τραχιά επειδή καλύπτονται με σκληρά τριχίδια και κίτροσμα φύλλα ανά σπονδύλους των τρία συνήθως, σε κάθε γόνατο δηλαδή του βλαστού υπάρχουν τρία φύλλα, κάπως σαν τρίγωνο, μήκους έως και 8 εκ. συνήθως όμως μικρότερα. Τα άνθη βγαίνουν πολύ μικρά, λευκά ή ιώδη και κίτροσμα Μάιο με Ιούνιο σε μικρές ταξιανθίες στις μασχάλες των φύλλων προς τις κορυφές των μεγάλων βλαστών. Το φυτό αναπτύσσεται γρήγορα κατά τη διάρκεια ανάπτυξής του, κι ανθίζει με την αύξηση της μέρας και την ύπαρξη αρκετά μακριών βλαστών – αν δηλαδή κλαδεύεται συχνά και δεν έχει μακριά κλαδιά, μπορεί ν’ανθίσει λίγο ή και καθόλου. Είναι ημιαειθαλές, δηλαδή ρίχνει τα φύλλα του ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες. Αν επικρατεί ζέστη όλο το χρόνο θα συνεχίσει κανονικά την ανάπτυξη, χωρίς να παρουσιάσει σημάδια κατάπτωσης όπως με τα εύκρατα φυλλοβόλα. Αν από την άλλη η θερμοκρασία και η μέρα μειώνονται, ο ρυθμός ανάπτυξης θα μειωθεί, κι αν η θερμοκρασία φτάσει κοντά στους 0 βαθμούς Κελσίου θα ρίξει σχεδόν όλα ή όλα τα φύλλα του. Στη Θεσσαλονίκη όλα τα φύλλα θά’χουν ήδη πέσει στα μέσα του Δεκεμβρίου. Η νέα ανάπτυξη ξεκινά το Μάρτιο από μικροσκοπικά πράσινα και χνουδωτά μάτια που αναπτύσσονται έπειτα γρήγορα.

Το φυτό εισήχθει στην Ευρώπη κατά τον 16ο αι. Αρχικά εισήχθει μυστικά στο Βασιλικό Βοτανικό Κήπο της Μαδρίτης σε άνγωστη χρονολογία κάπου κοντά στο 1780-1780+, όπου οι καθηγητές Κασιμίρο Γκομέζ Ορτέγκα και Αντόνιο Παλάο υ Βερντέρα τού’δωσαν τ όνομα Aloysia cidriodora) (Αλοϋσία η κίτροσμος), για να τιμήσουν την ομώνυμη γυναίκα ταπεινής καταγωγής του προστάτη του κηπου Ινφάντε Λουίς Αντόνιο ντε Μπορμπόν. Επίσημη πρώτη καταγραφή του φυτού έγινε από το Γάλλο βοτανολόγο Φιλμπέρ Κομερσόν ο οποίος συνέλεξε δείγματα από το Μπουένος Άυρες το 1785 πλέοντας με τον εξερευνητή Μπουγκενβίλ σε περίπλου του κόσμου. Αργότερα συνέχισαν εισαγωγές χωρίς όμως επιτυχία, ώσπου ο Γάλλος Ζοζέφ Ντομπέι, στον οποίο καθυστέρησε να δωθεί άδεια για να φυτέψει τα φυτά του, ένα τέτοιο φυτό επέζησε από μια μεγάλη συλλογή νοτιοαμερικανικών ειδών, παρά το ότι ήταν για καιρό σε μια αποθήκη με πολά άλλα που πέθαναν. Εντωμεταξύ ο Γκομέζ Ορτέγκα έστειλε σπόρους στο Γάλλο βοτανολόγο Σαρλ Λουί λ’Εριτιέ ντε Μπρουτέλ στο Παρίσι, ο οποίος το ονόμασε (Verbena triphylla), απ’όπου αργότερα ο Άγγλος βοτανολόγος Τζον Σίμπχορν απέκτησε φυτά για να τα εισαγάγει στο Λονδίνο. Στις επόμενες δεκαετίες το φυτό εξαπλώθηκε σ’όλη την Ευρώπη και παραπέρα. Ωστόσο ο Βερντέρα ξεχάστηκε, και το όνομα συνδέθηκε με την πολύ γνωστότερη βασίλισσα Μαρία Λουίζα της Ισπανίας. Οι επιστημονικές του ονομασίες από τότε ήταν πολλές. Αρχικά έφερε τα δύο παραπάνω ονόματα, έπειτα έγινε Lippia triphylla, Lippia citriodora, Aloysia triphylla και τελευταία πάλι Aloysia citriodora, σύμφωνα με τον κανονισμό ως προτιμιτέο όνομα για ένα είδος να χρησιμοποιείται το παλαιότερο έγκυρο. Στις περισσότερες χώρες αποκαλείται “λουίζα”, π.χ. “yerba luiza” χόρτο της Λουίζας στην Ισπανία, ενώ οι αγγλόφωνοι συνήθως το αποκαλούν “lemon verbena” λεμονοβερμπένα, παρόλο που δεν ανήκει στο συγγενικο γένος της βερμπένας, με κύριο διακριτικό στοιχείο την ύπαρξη δύο μικρών καψών στον καρπό της λουίζας αντί των τεσσάρων της βερμπένας.

Καλλιεργείται κάπως πιο δύσκολα σχετικά μ’άλλα μυρωδικά βότανα. Χρειάζεται πλούσιο σε οργανική ύλη, αλλά συγχρόνωνς καλά αποστραγγιζόμενο έδαφος, και θέση με ζέστη και ήλιο ή και ημισκιά σε πολύ ζεστά κλίματα. Θα πρέπει να ποτίζεται τακτικά, αν κι όπως είπα το χώμα θα πρέπει ν’αποστραγγίζει καλά. Δεν ευδοκιμεί καλά σε αργιλώδη ή υπερβολικά όξινα εδάφη. Θα χρειαστεί τακτική μηνιαία λίπανση κατά την περίοδο ανάπτυξης, και καθόλου το χειμώνα. Το χειμώνα θα επιβιώσει έως και στους -10 βαθμούς, αν και μπορεί σ’εκείνες τις ακραίες θερμοκρασίες της αντοχής του κάποια κλαδιά να ξεραθούν. Το διάστημα αυτό θα πρέπει να προστατευθεί από τον ισχυρό άνεμο και το έδαφος να διατηρείται ξηρό, για να μην παγώσουν ή σαπίσουν οι ρίζες από την πολύ υγρασία και το κρύο. Σε περιοχές που η θερμοκρασία πέφτει κάτω από -10, το φυτό θα πρέπει είτε να καλυφθεί με πολύ πυκνή εδαφοκάλυψη όπως άχυρα, πεσμένα φύλλα ή χαρτιά, είτε να βρίσκεται σε γλάστρα και να μεταφέρεται σ’ένα δροσερό μέρος το χειμώνα (το φως δεν είναι απαραίτητο, αφού δε θά’χει φύλλα). Στις αρχές της άνοιξης το πότισμα θα πρέπει πάλι ν’αυξηθεί, καθώς και να ξεκινήσει η λίπανση. Μην πιάνεται τα μικροσκοπικά πράσινα ματάκια γιατί αποκολλώνται εύκολα. Το φυτό εκ φύσεως έχει άναρχη ανάπτυξη με πολύ μακριά λεπτά κλαδιά που απλώνονται παντού, και δε χρειάζεται κλάδεμα, κλάδεμα θα είναι η συγκομιδή του. Προσβάλλεται εύκολα από άσπρες μύγες και τετράνυχο, ο οποίος ευνοείται περισσότερο στον ξηρό καιρό. Και τα δύο παράσιτα μπορούν να καταπολεμηθούν αποτελεσματικά με κάποιο εντομοκτόνο σκεύασμα, με εντομοκτόνο σάπωνα ή μ’ένα οικιακό μίγμα που περιγράφω κι αλλού (σ’ένα λίτρο τρία μέρη νερό, ένα οινόπνευμα, και δύο κουταλιές απορρυπαντικό πιάτων). Το φυτό μπορεί επίσης να ρίξει τα φύλλα του λόγω κάποιου άλλου στρες που θα πρέπει να βρεθεί και να ελαχιστοποιηθεί. Εάν όλα πάνε καλά, η ανάπτυξη θα είναι ταχύτατη και το φυτό μπορεί να δώσει 2-3 συγκομιδές το χρόνο. Επειδή σπάνια σχηματίζονται σπόροι κι όταν σχηματίζονται είναι μικροσκοπικοί και δύσκολοι στη συγκομιδή και τη σπορά, το φυτό πολλαπλασιάζεται κυρίως με μοσχεύματα κορυφής ή καταβολάδες την περίοδο ανάπτυξης, προτιμότερα άνοιξη και καλοκαίρι.

Η συγκομιδή γίνεται με κόψιμο των βλαστών κοντά στη βάση τους. Το φυτό δε φουντώνιε αν κοπούν οι κορυφές του, επειδή τα μόνα μάτια που ενεργοποιούνται μετά το κόψιμο της κορυφής είναι εκείνα του αμέσως κατώτερου σπονδύλου φύλλων, οπότε η ανάπτυξη θα συνεχίσει πάλι αραιή. Το φυτό μπορεί να μειωθεί και στα 3/4, αυτό δεν πειράζει, γιατί θα επανέλθει αμέσως. Ένα αυστηρο κλάδεμα μπορεί να γίνει και το χειμώνα, οπότε το φυτό μπορεί να μειωθεί στα 30 εκατοστά για παράδειγμα. Τα κομμένα κλαδιά από τις συγκομιδές μπορούν μετά να τοποθετηθούν σε ζεστό και σκοτεινό μέρος για ν’αποξηρανθούν. Κατά την εμπειρία μου το καλοκαίρι ξεραίνονται γρήγορα, μόλις σε τέσσερις μέρες. Έπειτα τα φύλλα τοποθετούνται σε βάζο μακριά από φως και πολύ ζέστη όπου θα διατηρηθούν καλά για περίπου ένα χρόνο.

Το φυτό κάνει καλό τσάι. Όπως και μ’όλα τα τσάγια από φύλλα ή άνθη, το υλικό δε θα πρέπει να βράσει μαζί με το νερό (αφέψημα), γιατί έτσι πολλά αιθέρια έλαια φεύγουν μαζί με τον ατμό. Αντίθετα το νερό θα πρέπει να βραστεί η να ζεσταθεί πολύ σε άλλο δοχείο και μετά να χυθεί πάνω από το φυτικό υλικό (έγχυμα). Μετά την έγχυση, η κούπα θα πρέπει να καλυφθεί με χαρτιά ή κάποιο στερεό υλικό για να εμποδιστεί η διαφυγή του περισσότερου ατμού, έτσι αυτός θα κρυώσει, θα συμπυκνωθεί και θα ξαναπέσει μέσα. Το τσάι έχει ανοιχτό πράσινο χρώμα, είναι ελαφρύ κι έχει μυρωδιά και γεύση λεμονιού, ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως υποκατάστατο λεμονιού σε κανονικό τσάι. Εγώ έκανα το τσάι ως εξής: Πρώτα έπαιρνα μια κουταλίτσα φύλλα (περίπου 5-7 φύλλα), τά’βαζα σε μια κούπα, και θέρμαινα μια άλλη με νερό στο φούρνο μικροκυμάτων μέχρι το νερό ν’αρχίζει να εξατμίζεται έντονα. Έπειτα το άδειαζα απότομα πάνω στα φύλλα, και κάλυπτα αμέσως την κούπα με πέντε διπλωμένες χαρτοπετσέτες ή μ’ένα μπολ ή πιάτο. Ύστερα από λίγα λεπτά κρύωνε και το έπινα, χωρίς να το στραγγίσω συνήθως. Η λουίζα περιέχει στο εθαίριο έλαιό της τα φυτοχημικά κιτράλη σε μεγάλες ποσότητες (30-35%), νερόλη και γερανιόλη. Θεωρείται πως έχει φαρμακευτική δράση κατά των πονόλαιμων, αντισπασμωδική του πεπτικού συστήματος και ελαφρά ηρεμιστική, αν και αναγνωρίζεται λιγότερο ισχυρή από άλλα βότανα. Χρησιμοποιείται συχνά για το αδυνάτισμα, αλλ’εγώ ένα πράγμα ξέρω: Αν τρως τον άμπακο, δεν πάει να παίρνεις όποιο βότανο θέλεις, ποτέ δε θ’αδυνατίσεις. Επιστημονικά έχει αποδειχθεί η δράση της λουίζας κατά του μύκκητα Candida albicans, ο οποίος μολύνει καιροσκοπικά το στόμα κι άλλες περιοχές, ενώ τα φενυλπροπανοειδή που περιέχει παρουσιάζουν κυρίως ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες, με τη βερμπασκοσίδη το ισχυρότερο, μολονότι σε υψηλή δόση είναι τοξικά.

Η εμπειρία μου μ’αυτό το φυτό διήρκησε δύοο χρόνια, όταν πριν περίπου 5 χρόνια αγόρασα το Μάιο μια μικρή λουίζα από την ανθοέκθεση, η οποία αναπτύχθηκε δραματικά μέχρι το Σεπτέμβριο, οπότε την συνέλεξα. Το χειμώνα έριξε τα φύλλα, την κλάδεψα, και στα τέλη του Μαρτίου έβγαλε πολλά λεπτά ματάκια που γρήγορα αναπτύχθηκαν σε βλαστούς. Εκείνη τη χρονιά την έκοψα τρεις φορές. Το χειμώνα πάλι έριξε τα φύλλα, την κλάδεψα, αλλ’ως τον Απρίλιο δεν έδειχνε σημεία ζωής. Όταν την ξερίζωσα, είδα πως είχε πολλές σαπισμένες ρίζες, προφανώς από το λίγο περισσότερο νερό που της έδινα σε συνδυασμό με τις λίγες τρύπες αποστράγγισης της γλάστρας. Την ίδια χρονιά μήνα Μάιο πάλι από φυτώριο ο πατέρας μου αγόρασε μια άλλη λουίζα, την οποία έχει ως σήμερα, απ’όπου και προέρχεται η φωτογραφία. Θέλοντας πέρσι να πάρω κι εγώ ένα φυτό για τη συλλογή μου, έκανα μια καταβολάδα επειδή το μόσχευμα που είχα πάρει το Μάιο μαράθηκε εντελώς (τα μοσχεύματα αυτά χρειάζονται επιπλέον υγρασία μέχρι να ριζώσουν, διότι ξεραίνονται εύκολα). Η διαδικασία έγινε ως εξής: Στα τέλη του Μαΐου διάλεξα ένα βλαστό μέτριου μήκους και τον λύγισα στο χώμα σε σημείο κοντά στον κορμό όπου δεν είχε ακόμα φύλλα. Ως λεπτό φυτό, δε χρειάζεται τραυματισμό του βλαστού για ριζοβολία – σε καταβολάδες ξυλωδών φυτών μπορεί να τραυματίσουν το βλαστό για να εκτεθεί το εσωτερικό του και να δημιουργηθούν ρίζες ευκολότερα. Έθαψα λοιπον το λυγισμένο μέρος και το στερέωσα μ’ένα βοτσαλάκι για παν ενδεχόμενο. Απέκοψα την καταβολάδα στα μέσα του Ιουλίου, οπότε είχε ψηλώσει αρκετά και είχε κάνει μια κεντρική ρίζα και λίγες μικρότερες δίπλα, αλλ’επειδή μια τόσο μικρή ρίζα δε θα μπορούσε να συντηρήσει τόσα πολά φύλλα, έκοψα το νέο πια φυτό από τη μέση και πάνω, κι αμέσως το φύτεψα σε μια δική μου γλάστρα συνδεδεμένη στο
αυτόματο πότισμα.
Όταν έφυγα και ξαναγύρισα δυο περίπου βδομάδες μετά, είδα το φυτό σε σχετικά στατική κατάσταση. Τελικά δεν πρόλαβε να μεγαλώσει, διότι τό’φαγε μέχρι το έδαφος
η κουνέλα μου.
Γενικά έχω να πω ότι δεν είναι καιτ όσο δύσκολο φυτό όσο λέγεται. Θα το χαρακτήριζα μάλιστα πολύ εύκολο, κι επίσης ένα απότα πιο παραγωγικά μυρωδικά βότανα.

Πηγές και ιστοσελίδες:
ιδιότητες της λουίζας
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τη λουίζα
η καλλιέργεια της λουίζας

About these ads